Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε νέα αγωγή κατά της εφημερίδας Wall Street Journal, διεκδικώντας αποζημίωση ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η υπόθεση αφορά δημοσίευμα σχετικά με επιστολή που φέρεται να είχε στείλει ο πρόεδρος στον χρηματιστή Τζέφρι Επσταϊν.

Ο αμερικανός πρόεδρος ανανέωσε τη δικαστική μάχη του εναντίον της εφημερίδας καταθέτοντας σε βάρος των εκδοτών της μια αναθεωρημένη αγωγή για δυσφήμηση αφού δικαστήριο απέρριψε τον περασμένο μήνα την προηγούμενη προσφυγή του.

Η διένεξη επικεντρώνεται σ’ ένα δημοσίευμα για μια «άσεμνη» επιστολή γενεθλίων που η εφημερίδα έγραψε ότι είχε στείλει ο Τραμπ στον χρηματιστή και σεξουαλικό εγκληματία Τζέφρι Έπστιν.

Περιφερειακό δικαστήριο της Φλόριντα απέρριψε τον Απρίλιο την αρχική αγωγή. Ο δικαστής Ντάριν Π. Γκέιλς αποφάνθηκε ότι ο Τραμπ δεν κατέδειξε ευλόγως ότι η εφημερίδα ενήργησε «με δόλο», όταν δημοσίευσε τη φερόμενη επιστολή προς τον Έπστιν, και ότι η αγωγή του προέδρου δεν ανταποκρίνεται σε βασικά νομικά κριτήρια.

Η Wall Street Journal ανέφερε σήμερα ότι, στην αναθεωρημένη προσφυγή του, ο Τραμπ ισχυρίζεται και πάλι ότι η εφημερίδα ενήργησε με δόλο. Στην προσφυγή επισημαίνεται επίσης το γεγονός ότι ο πρόεδρος έχει επανειλημμένα αρνηθεί πως έχει οποιαδήποτε ανάμιξη στην επιστολή.

Όπως και στην προηγούμενη αγωγή του, ο Τραμπ ζητάει αποζημίωση τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Wall Street Journal δημοσίευσε τον περασμένο χρόνο ρεπορτάζ για μια επιστολή που εστάλη στον Έπστιν το 2003 για τα 50α γενέθλιά του και φέρεται να έχει την υπογραφή του Τραμπ. Σύμφωνα με την εφημερίδα, η επιστολή περιείχε κείμενο με σεξουαλικά υπονοούμενα και το σκίτσο με μαρκαδόρο μιας γυναικείας φιγούρας. Ο Τραμπ αρνήθηκε ότι ήταν αυτός που την είχε γράψει.

Στη συνέχεια ο πρόεδρος κατέθεσε αγωγή κατά της εφημερίδας και του μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ, η αυτοκρατορία μέσων ενημέρωσης του οποίου περιλαμβάνει την WSJ, ζητώντας 10 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα στοχοθετήσει οργανισμούς μέσων ενημέρωσης τους οποίους θεωρεί εχθρικούς, μεταξύ των οποίων η Washington Post, το CNN και το BBC.