Η συζήτηση γύρω από την επιστροφή αρχαιοτήτων και πολιτιστικών θησαυρών βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας. Η Γαλλία προχωρά σε μια ιστορική νομοθετική κίνηση, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή έργων τέχνης και αρχαιοτήτων στις χώρες προέλευσής τους, σε μια απόφαση που ήδη προκαλεί έντονες συζητήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τι αλλάζει όμως πρακτικά; Μπορεί αυτή η εξέλιξη να επηρεάσει και την υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα; Και μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα εποχή πολιτιστικής δικαιοσύνης;
Για όλα αυτά ζητήσαμε την συνδρομή της κυρίας Κατερίνας Τιτή, Αναπληρώτριας Καθηγήτρια Έρευνας της Νομικής στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) της Γαλλίας. Σκοπός να μας ερμηνεύσει τον νόμο, να μας αναφέρει ποιες ελληνικές αρχαιότητες εμπίπτουν στον νόμο αλλά και τι γενικότερα μπορεί να σημάνει η εξέλιξη αυτή.

Πώς αξιολογείτε τη νέα γαλλική νομοθεσία για την επιστροφή αρχαιοτήτων και πολιτιστικών θησαυρών στις χώρες προέλευσής τους;
Ο σκοπός της νέας γαλλικής νομοθεσίας είναι να διευκολύνει την επιστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένων αρχαιοτήτων. Συγκεκριμένα, ο νόμος αφορά παράνομα ή και αθέμιτα αντικείμενα που είτε αφαιρέθηκαν είτε συμπεριλήφθηκαν σε δημόσιες γαλλικές συλλογές από το 1815 και μετά. Ο νόμος εγκρίθηκε ομόφωνα από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση και τη Γερουσία, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει πολιτική και κοινωνική συναίνεση ως προς την ανάγκη επαναπατρισμού ορισμένων αντικειμένων. Παρότι θέτει χρονική στιγμή έναρξης, το 1815, και παρά τις κάποιες εξαιρέσεις του — μια από αυτές είναι ότι αντικείμενα που αφαιρέθηκαν κατόπιν συμφωνίας για διανομή ευρημάτων ανασκαφών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του — ο νόμος είναι πολύ σημαντικος τόσο για την Ελλάδα όσο και για άλλες χώρες που ζητούν τον επαναπατρισμό χαμένης πολιτιστικής κληρονομιάς τους.
Πιστεύετε ότι η Γαλλία ανοίγει πλέον έναν νέο ευρωπαϊκό δρόμο στο ζήτημα των πολιτιστικών επαναπατρισμών;
H Γαλλία είναι μια χώρα με μεγάλα μουσεία και γι’αυτό η νέα νομοθεσία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρόλα αυτά, δεν είναι η μόνη στην Ευρώπη που παίρνει σοβαρά πλέον το ζήτημα του επαναπατρισμού. Την στιγμή αυτή, η Ολλανδία φαίνεται να έχει την πιο προοδευτική θέση. Από το 2020, η χώρα έχει υιοθετήσει μια νέα πολιτική και έχει επιστρέψει χιλιάδες αντικείμενα. Μάλιστα, η πιο πρόσφατη επιστροφή από την Ολλανδία έγινε πριν από λίγες μέρες, στα μέσα Μαΐου, ενώ, για παράδειγμα, στα τέλη του περασμένου έτους επέστρεψε στην Ινδονησία μια συλλογή φυσικής ιστορίας που περιλάμβανε 28.000 αντικείμενα. Η Ολλανδία δηλώνει ότι ο επαναπατρισμός πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ανάγκη που γεννιέται από τις αδικίες του παρελθόντος και για τον λόγο αυτό, όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες απομακρύνθηκε ένα αντικείμενο από τον τόπο προέλευσής του, προτιμά να το επιστρέψει.
Πόσα ελληνικά εκθέματα έχει αυτή τη στιγμή η Γαλλία; Και ποια θα μπορούσαν να επιστρέψουν με την πιθανή εφαρμογή της νέας νομοθεσίας;
Υπάρχουν πολυάριθμα ελληνικά εκθέματα στην Γαλλία και ακόμη περισσότερα αντικείμενα στις αποθήκες των μουσείων. Μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες. Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό, καθώς τα μουσεία δεν τον αναφέρουν. Ενδέχεται κάποια να μην είναι καν καταγεγραμμένα. Κάποια από αυτά εμπίπτουν στον νόμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα τα ζητήσουμε όλα. Το πιο πιθανό είναι ότι θα ζητήσουμε με στρατηγικό τρόπο επιλεγμένα και λίγα αντικείμενα. Την Νίκη της Σαμοθράκης δύσκολα θα την πάρουμε, αλλά τα κομμάτια του Παρθενώνα στο Λούβρο ίσως ναι. Κάποια από αυτά φαίνεται ότι καταρχήν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
Η νομοθεσία αυτή μπορεί όντως να δημιουργήσει πίεση και προς άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, σχετικά με τα Γλυπτά του Παρθενώνα;
Αυτό είναι βέβαιο. Εδώ και αρκετά χρόνια η βρετανική κυβέρνηση απομονώνεται όλο και περισσότερο με την επιμονή της να κρύβεται στα παλιά «μεγαλεία» της αυτοκρατορίας της και να δυσκολεύει τις επιστροφές. Κάποια στιγμή θα πρέπει να κοιτάξει και προς το μέλλον.
Γενικότερα πόσο δύσκολο είναι νομικά να αποδειχθεί σήμερα ότι μία αρχαιότητα αποκτήθηκε παράνομα πριν από δεκαετίες ή και αιώνες;
Εξαρτάται. Κάποια αντικείμενα βρέθηκαν στο εξωτερικό και δεν έχουμε ιδέα πώς ή πότε έφυγαν. Για άλλα, όπως για τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, έχουμε εκπληκτικά λεπτομερή αρχεία, που αποδεικνύουν χωρίς αμφιβολία την παράνομη αφαίρεσή τους.
Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ίσως άλλη. Τι συμβαίνει όταν ένα αντικείμενο αφαιρέθηκε με τρόπο που σήμερα θα ήταν παράνομος αλλά όταν αφαιρέθηκε δεν ήταν; Για να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα, οι νέες πολιτικές επαναπατρισμού πολιτιστικής κληρονομιάς αρχίζουν να απαιτούν την επιστροφή όχι μόνο των παράνομων αντικειμένων, αλλά και εκείνων που απομακρύνθηκαν υπό ανήθικες ή αθέμιτες συνθήκες.
Υπάρχει κίνδυνος τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία να χάσουν σημαντικά εκθέματα ή τελικά αυτή η διαδικασία ενισχύει απλά την ιστορική δικαιοσύνη;
Για μας που ζητάμε χαμένη πολιτιστική κληρονομιά, η ιστορική δικαιοσύνη είναι ίσως το πιο σημαντικό. Τα αντικείμενα που ζητάμε είναι συνήθως σημαντικά. Για όσους αρνούνται την επιστροφή, συχνά το κυρίως συμφέρον είναι οικονομικό.
Τα μεγάλα μουσεία, όπως το Βρετανικό Μουσείο, είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας – αποικιοκρατία και αυτοκρατορία. Συγχρόνως αυτά τα μουσεία είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Δημιουργήθηκαν πριν από δυόμιση περίπου αιώνες. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να παραμείνουν αμετάβλητα αντί να εξελιχθούν και αυτά με την πάροδο του χρόνου.
Θα βρουν σίγουρα νέους τρόπους να προσελκύσουν το κοινό. Εξάλλου τα υπόγειά τους είναι γεμάτα. Ένα παράδειγμα: το Βρετανικό Μουσείο έχει 900 χάλκινα του Μπενίν, αντικείμενα που λεηλατήθηκαν τον 19ο αιώνα. Από αυτά, μόνο περίπου 100 εκτίθενται εκ περιτροπής. Χρειάζεται το μουσείο και τα 900;
Η συζήτηση για τις επιστροφές αφορά μόνο την αποικιοκρατία ή ανοίγει συνολικά το θέμα της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων;
Νομίζω ότι πλέον μιλάμε για παράνομη και αθέμιτη πολιτιστική κληρονομιά με γενικό τρόπο. Η Γαλλία, για παράδειγμα, πέρασε το 2023 έναν νόμο για την επιστροφή όσων αφαιρέθηκαν κατά τις αντισημιτικές διώξεις από τη ναζιστική Γερμανία και έναν άλλον για την επιστροφή ανθρωπίνων λειψάνων. Ένας τρίτος νόμος προβλεπόταν για αποικιοκρατικά αντικείμενα και τελικά αντί γι’αυτόν υιοθετήθηκε ο νέος νόμος τώρα που περιλαμβάνει και αρχαία. Παρά το γεγονός ότι κάποιες χώρες συγκεντρώνονται στα αποικιοκρατικά, αυτό που φαίνεται ότι αποκτά την μεγαλύτερη σημασία είναι ο παράνομος ή αθέμιτος τρόπος με τον οποίο ένα αντικείμενο απομακρύνθηκε και λιγότερο το είδος του αντικειμένου για το οποίο μιλάμε ή η συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η ηθική διάσταση του ζητήματος; Μπορεί ένα μουσείο να κρατά αντικείμενα που αποκτήθηκαν μέσω λεηλασίας ή αποικιοκρατίας;
Τα αντικείμενα που πλέον όλο και περισσότερο εμπίπτουν στην έννοια της επιστρέψιμης πολιτιστικής κληρονομιάς είναι όχι μόνο αυτα που αφαιρέθηκαν παράνομα, αλλά και όσα αφαιρέθηκαν ως αποτέλεσμα ανισορροπίας ισχύος ή με άλλο αθέμιτο ή ανήθικο τρόπο. Η ηθική διάσταση καθίσταται ουσιαστικό μέρος της νομιμότητας.
Αν ανοίξει ευρύτερα αυτή η συζήτηση στην Ευρώπη, ποια θεωρείτε ότι θα είναι η επόμενη μεγάλη υπόθεση αρχαιοτήτων που θα απασχολήσει τη διεθνή κοινότητα;
Υπάρχουν πολλές πιθανές μεγάλες υποθέσεις. Πόση σημασία αποκτά μια υπόθεση εξαρτάται και από το αν η χώρα που την έχασε την ζητάει και επιμένει για την επιστροφή της. Μια ενδιαφέρουσα αλλά δύσκολη υπόθεση αφορά την αιγυπτιακή προτομή της Νεφερτίτης, η οποία βρίσκεται στο Βερολίνο. Τον καιρό που βρέθηκε η προτομή, η αιγυπτιακή αρχαιολογική υπηρεσία ήταν υπό γαλλική διοίκηση και η Νεφερτίτη έφυγε από την Αίγυπτο ως αποτέλεσμα μιας συμφωνίας για διανομή αρχαιολογικών ευρημάτων. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι αιγυπτιακές αρχές δεν γνώριζαν την ταυτότητα της προτομής που άφησαν να φύγει. Μόλις την ανακάλυψαν, γύρω στο 1924, ζήτησαν την επιστροφή της. Σήμερα, η κυβέρνηση της Αιγύπτου δεν διεκδικεί ενεργά την προτομή και ο γνωστός αιγυπτιολόγος Zahi Hawass μαζέυει υπογραφές ώστε να πείσει την κυβέρνηση της χώρας του να την διεκδικήσει και πάλι.
Είναι πια αδιαμφισβήτητο ότι το ζήτημα της επιστροφής αρχαιοτήτων δεν αφορά πλέον μόνο το παρελθόν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ιστορία, την ηθική και την πολιτιστική τους ταυτότητα. Η νέα στάση της Γαλλίας ίσως αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αλλαγής — μιας συζήτησης που, όπως φαίνεται, μόλις ξεκίνησε.