Εύλογα ερωτηματικά, που οδηγούν σε καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δημιουργεί η πρόσφατη απόφαση της δικαιοσύνης να κρατήσει στο αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών μετά τις παραδοχές της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, όπως επισημαίνεται σε παρέμβαση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών Συλλόγων της χώρας.

Η Συντονιστική Επιτροπή που συνεδρίασε εκτάκτως στις 28.4.2026, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών ενδιαφέρει όλη την ελληνική κοινωνία καθότι άπτεται θεμάτων που αφορούν στην εθνική ασφάλεια, στη δημοκρατική λειτουργία και στην προστασία θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Η σοβαρότητα της υπόθεσης επιβάλλει την πλήρη διερεύνησή της, σύμφωνα, άλλωστε, και με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ που απαιτεί να γίνεται πλήρης και ενδελεχής έρευνα των υποθέσεων, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος.

Αναμέναμε, λοιπόν, μετά και τις παραδοχές της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να διαταχθεί νέα έρευνα για την αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών, όπου ανήκουν.

Η από 27.4.2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών και ως εκ τούτου, δεν διατάσσεται καμία περαιτέρω έρευνα, παρά τα αναφερόμενα στην άνω απόφαση, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, οδηγεί σε καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν συνάδει με την αρχή του Κράτους Δικαίου.

Η προάσπιση του Κράτους Δικαίου αποτελεί αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα για το δικηγορικό σώμα, άμεσα συνδεόμενο με το θεσμικό ρόλο, που η ίδια η Πολιτεία επιφύλαξε στους Δικηγορικούς Συλλόγους, ως θεματοφυλάκων των δημοκρατικών θεσμών και του δημοσίου συμφέροντος.