ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται σε νέα φάση έντασης, καθώς κανένα πλοίο δεν έχει καταφέρει να περάσει τον ναυτικό αποκλεισμό που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στα ιρανικά λιμάνια και τις παράκτιες περιοχές.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού στρατού την Τρίτη 14 Απριλίου, έξι εμπορικά πλοία συμμορφώθηκαν με τις εντολές και επέστρεψαν πίσω, στο πλαίσιο της επιχείρησης που διέταξε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετά την κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών. Ο αμερικανικός στρατός διευκρίνισε ότι ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ, ο οποίος ξεκίνησε τη Δευτέρα (13/4), αφορά αποκλειστικά πλοία που κατευθύνονται προς ή προέρχονται από το Ιράν. Στην απαγόρευση περιλαμβάνονται όλα τα ιρανικά λιμάνια στον Περσικό Κόλπο και στον Κόλπο του Ομάν.

«Κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 ωρών, κανένα πλοίο δεν κατάφερε να περάσει τον αποκλεισμό των ΗΠΑ και έξι εμπορικά πλοία συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες των αμερικανικών δυνάμεων να επιστρέψουν σε ιρανικό λιμάνι στον Κόλπο του Ομάν», ανέφερε η Κεντρική Διοίκηση του αμερικανικού στρατού σε ανακοίνωσή της. Περισσότεροι από 10.000 στρατιωτικοί, πάνω από δώδεκα πολεμικά πλοία και δεκάδες αεροσκάφη συμμετέχουν στην επιβολή του αποκλεισμού, σύμφωνα με την ίδια πηγή. «Ο αποκλεισμός εφαρμόζεται αμερόληπτα κατά σκαφών όλων των εθνών που εισέρχονται ή αποχωρούν από ιρανικά λιμάνια και παράκτιες περιοχές», επισημαίνεται στη δήλωση.

Σε σημείωμα που εστάλη στους ναυτικούς τη Δευτέρα, ο αμερικανικός στρατός προειδοποίησε: «Οποιοδήποτε σκάφος εισέρχεται ή αποχωρεί από την αποκλεισμένη περιοχή χωρίς άδεια υπόκειται σε αναχαίτιση, εκτροπή και κατάληψη». Το ίδιο σημείωμα διευκρίνιζε ότι ο αποκλεισμός καλύπτει ολόκληρη την ακτογραμμή του Ιράν, με εξαίρεση τις ανθρωπιστικές αποστολές που μεταφέρουν τρόφιμα, ιατρικά εφόδια ή άλλα βασικά αγαθά, οι οποίες θα υπόκεινται σε επιθεώρηση.

Η απόφαση του Τραμπ να επιβάλει τον αποκλεισμό ακολούθησε την αποτυχία των συνομιλιών του Σαββατοκύριακου για τον τερματισμό του πολέμου έξι εβδομάδων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε άμεση άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, που ξεπέρασαν ξανά τα 100 δολάρια το βαρέλι, εντείνοντας την παγκόσμια ανησυχία για τη διέλευση πλοίων από την κρίσιμη θαλάσσια οδό, μέσω της οποίας μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου.