Ο Θεόδωρος Βρυζάκης, από τη Θήβα, είναι ο κυριότερος έλληνας εκπρόσωπος της ιστορικής ζωγραφικής τον 19ο αιώνα. Σε αυτόν οφείλουμε εμβληματικές συνθέσεις με θέματα από την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε και ο ίδιος θύμα του Αγώνα, στον οποίο είχε χάσει τον πατέρα του.

Στο Μόναχο βρέθηκε ύστερα από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας, το οποίο είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας. Από το 1835 σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου αλλά και στη Νυρεμβέργη ως υπότροφος του ελληνικού κράτους.

Στα μέσα του αιώνα, όντας για κάποια χρόνια στην Ελλάδα, επισκέφθηκε τους τόπους στους οποίους διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της Επανάστασης. Ενα από τα έργα που ζωγράφισε όταν πλέον είχε επιστρέψει στο Μόναχο είναι και το «Στρατόπεδο του Καραϊσκάκη», φιλοτεχνημένο το 1855.

Αποδίδει με περιγραφικό τρόπο την ατμόσφαιρα στο ελληνικό στρατόπεδο στο Φάληρο τον Απρίλιο του 1827. Η συγκεκριμένη πολεμική επιχείρηση είχε στόχο τη λύση της πολύμηνης πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρατεύματα του Κιουταχή.

Ο αγώνας σε αυτό το μέτωπο, που ήταν το μεγαλύτερο μετά την άλωση του Μεσολογγίου (1826), δεν είχε ευτυχή έκβαση. Στις 22 Απριλίου 1827 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έχασε τη ζωή του στο Φάληρο. Αμέσως μετά η ελληνική πλευρά υπέστη δεινή ήττα στη Μάχη του Αναλάτου, τον Μάιο η Ακρόπολη παραδόθηκε και η Αττική υποτάχθηκε στους Τούρκους.

Ο πίνακας διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το τόσο αναγνωρίσιμο ύφος του Βρυζάκη, με τον ρομαντισμό, την ευαισθησία, την εξιδανίκευση και την ευγένεια να κυριαρχούν. Το 1862 παρουσιάστηκε στη Διεθνή Εκθεση του Λονδίνου.

Δύο χρόνια νωρίτερα κυκλοφόρησε από τον οίκο Lemercier στο Παρίσι λιθογραφία του έργου με τίτλο «Το εν Πειραιεί στρατόπεδον του Καραϊσκάκη κατά το έτος 1827». Στη δίγλωσση επιγραφή που φέρει το χαρακτικό, αναγράφεται η αφιέρωση του Βρυζάκη στο ελληνικό έθνος και στους φίλους του («τη ελληνική φυλή και τοις φίλοις αυτής ταπεινότατα την εικόνα ταύτην ανατίθησιν» – και αντίστοιχα στα γαλλικά, «dédié à la nation grecque et aux Philhellènes»).

Η ακρόπολη στο βάθος

Στο βάθος, χαμηλότερα από την κύρια παράσταση, απλώνεται το πεδίο από το Φάληρο μέχρι την Αθήνα και διαγράφονται καθαρά ο βράχος της Ακρόπολης, ο Λυκαβηττός και ο λόφος του Φιλοπάππου.

Μέσα στην όλη ρομαντική αντίληψη του Βρυζάκη, το φως είναι το μελένιο φως που συναντάμε στα έργα των περιηγητών ζωγράφων.

Φιλελλήν εκ Μονάχου

Ο Karl Krazeisen (1794-1878), ο φιλέλληνας βαυαρός υπαξιωματικός που επίσης έλαβε μέρος στη συγκεκριμένη επιχείρηση, παριστάνεται στην αριστερή πλευρά της σκηνής με τη γαλάζια στρατιωτική στολή του να δείχνει με μία εμφατική χειρονομία προς την κατεύθυνση της Ακρόπολης.

Εμεινε στην Ελλάδα κάποιους μήνες (1826-1827), περιηγήθηκε διάφορα στρατόπεδα και σχεδίασε επί τόπου μορφές αγωνιστών και φιλελλήνων, διασώζοντας έτσι τις φυσιογνωμίες τους για τις επερχόμενες γενιές.

Τα πολύτιμα αυτά σχέδια με μολύβι, που φέρουν μάλιστα τις υπογραφές των εικονιζομένων και αργότερα λιθογραφήθηκαν στο Μόναχο, γνωρίζοντας μεγάλη διάδοση, ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη.

Αν και έως πρόσφατα θεωρούνταν αυτοδίδακτος και ερασιτέχνης, στην πραγματικότητα ο Krazeisen είχε σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Οι «πρωταγωνιστές»

Η πολυπρόσωπη αυτή σκηνή με τους έλληνες αγωνιστές και τους φιλέλληνες αξιωματικούς παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πλευράς σύνθεσης, ποικιλίας και επεξεργασίας. Στο οχυρωμένο ύψωμα δεξιά, όπου κυματίζει η επαναστατική λευκή σημαία με τον γαλάζιο σταυρό, σε ευθεία παράταξη παράλληλα με τον θεατή διατάσσονται περί τους 15 άνδρες.

Επικεφαλής, ο Καραϊσκάκης, ο οποίος δείχνει προς την Ακρόπολη, εφόσον στόχος της σχεδιαζόμενης επίθεσης είναι η σωτηρία της. Ο Ελβετογερμανός Karl Wilhelm von Heideck, που αργότερα μετείχε στην επιτροπή αντιβασιλείας, κοιτάζει με μία διόπτρα το πεδίο των επιχειρήσεων.

Εκτός από στρατιωτικός ήταν και ζωγράφος. Μάλιστα μία δική του ομόθεμη σύνθεση αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο του Βρυζάκη για τη συγκεκριμένη σκηνή.

Παραπλεύρως στέκονται, μεταξύ άλλων, ο Κίτσος Τζαβέλλας, ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, ο σκωτσέζος συνταγματάρχης Thomas Gordon και ο άγγλος ναύαρχος Frank Abney Hastings. Για να αποδώσει τις φυσιογνωμίες τους, ο Βρυζάκης βασίστηκε στις αντίστοιχες απεικονίσεις του Βαυαρού Karl Krazeisen.

Δύο εντυπωσιακά άλογα

Eνα άσπρο και ένα μαύρο άλογο εξυπηρετούν τη μετάβαση από το χαμηλότερο στο υψηλότερο τμήμα της σύνθεσης, στο ύψωμα με τους αρχηγούς που καταστρώνουν το σχέδιο της επιχείρησης.

Καπνοσύριγγα, αγωνιστικές, σκύλος

Στον πίνακα, ένας πλήθος ανδρών, που διαφοροποιούνται ως προς τις στάσεις, τις ενασχολήσεις, τα στοιχεία της αμφίεσης, συνθέτουν ένα ζωηρόχρωμο όσο και αρμονικό σύνολο. Παιδιά, νέοι και πιο ηλικιωμένοι συστρατεύονται στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, στην υψηλού συμβολισμού αυτή μάχη με στόχο την Ακρόπολη και την απελευθέρωση της κοιτίδας του δυτικού πολιτισμού, σε μία σύνθεση με σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο.

Στο κέντρο, παρουσιάζεται όρθιος ένας αρματωμένος έλληνας αγωνιστής. Η μορφή του προβάλλεται ασφαλώς λόγω της τοποθέτησης στον χώρο, της στάσης και της χειρονομίας του, αλλά όχι μόνον.

Στο ίδιο κατατείνει επίσης η διαχείριση του χρώματος – με το εντυπωσιακό λευκό και το ζωηρό κόκκινο της ενδυμασίας του – και του φωτός. Ο νέος άνδρας στηρίζεται ελαφρά γερμένος πάνω στους λίθους του τείχους και μιλά παραστατικά σε έναν γηραιότερο συμπολεμιστή του.

Εκείνος κάθεται καταγής, ενώ ένας μικρός φουστανελάς τον πλησιάζει για να του προσφέρει μία καπνοσύριγγα. Τους περιστοιχίζουν πολλοί ένοπλοι άνδρες: άλλος καπνίζει, άλλος κρατά κάτι να πιει, ένας τρίτος, με καφέ κάπα, μοιάζει να ακούει σκεπτικός, κάποιος παίζει μουσική, άλλος ξαποσταίνει με το όπλο υπό μάλης σαν να συλλογίζεται ή να ονειροπολεί.

Παραδίπλα τριγυρίζει ένα σκυλί. Την ώρα της ανάπαυλας από τη μάχη, ορισμένοι ασχολούνται με την οχύρωση, κάποιοι συζητούν, κάποιοι συγκεντρώνονται γύρω από τον ιερωμένο που ευλογεί, άλλοι ψήνουν στη σούβλα, όλοι πάντως παραμένουν ετοιμοπόλεμοι.