Σε μια κίνηση με σαφές γεωπολιτικό και θεσμικό βάρος, η Φινλανδία δηλώνει έτοιμη να επανεξετάσει ακόμη και αναδρομικά αγοραπωλησίες ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν από πολίτες τρίτων χωρών — με επίκεντρο τη Ρωσία. Όπως ξεκαθάρισε ο υπουργός Άμυνας Antti Häkkänen, οι φινλανδικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο ελέγχου όλων των συναλλαγών των τελευταίων 20 ετών, εφόσον αυτές αφορούσαν πολίτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο ενισχυμένων μέτρων εθνικής ασφάλειας, σε μια περίοδο όπου η Φινλανδία επαναπροσδιορίζει συνολικά τη στάση της απέναντι στη Ρωσία, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας, κανένα είδος ακινήτου δεν εξαιρείται από τον πιθανό έλεγχο: διαμερίσματα, μονοκατοικίες, αγροτεμάχια και εκτάσεις γης θα μπορούσαν να βρεθούν στο μικροσκόπιο των αρχών.

Η φινλανδική κυβέρνηση παραδέχεται πλέον ανοιχτά ότι στο παρελθόν η εποπτεία της αγοράς ακινήτων υπήρξε ανεπαρκής. «Η προηγούμενη προσέγγιση ήταν υπερβολικά αφελής», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς οι στρατηγικές διαστάσεις ορισμένων αγορών γης και ακινήτων.

Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκονται ακίνητα που βρίσκονται κοντά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κρίσιμες υποδομές, λιμάνια, ενεργειακά δίκτυα ή βασικούς οδικούς άξονες. Φινλανδοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ορισμένες αγορές του παρελθόντος ενδέχεται να εξυπηρετούσαν όχι ιδιωτικές, αλλά κρατικές ή παρακρατικές στρατηγικές σκοπιμότητες.

Ήδη από τον Ιούλιο του 2025, η Φινλανδία έχει προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση αγοράς ακινήτων από Ρώσους και Λευκορώσους πολίτες. Το νέο βήμα, ωστόσο, είναι ποιοτικά διαφορετικό: η κυβέρνηση εξετάζει πλέον παρεμβάσεις σε συναλλαγές που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, κάτι που ανοίγει σύνθετα νομικά και πολιτικά ζητήματα.

Η συζήτηση περιλαμβάνει σενάρια επανελέγχου νομιμότητας παλαιών συμβολαίων, επιβολής περιορισμών χρήσης σε συγκεκριμένα ακίνητα, ακόμη και υποχρεωτικής μεταβίβασης ή ακύρωσης συμφωνιών σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Παρότι δεν έχουν ανακοινωθεί λεπτομέρειες για το νομικό πλαίσιο, κυβερνητικοί κύκλοι τονίζουν ότι οποιαδήποτε απόφαση θα βασιστεί σε ατομική αξιολόγηση κινδύνου και όχι σε συλλογικές ή τιμωρητικές λογικές.

Η φινλανδική στάση παρακολουθείται με ενδιαφέρον και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη Βαλτική και τη Σκανδιναβία. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η Φινλανδία δημιουργεί ένα ευρωπαϊκό προηγούμενο: μπορεί ένα κράτος-μέλος να επανεξετάζει αναδρομικά ιδιωτικές συναλλαγές δεκαετιών στο όνομα της εθνικής ασφάλειας;

Νομικοί επισημαίνουν ότι μια τέτοια πολιτική κινείται σε λεπτή γραμμή μεταξύ κρατικής κυριαρχίας και προστασίας της ιδιοκτησίας, ενός θεμελιώδους δικαιώματος στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές αναγνωρίζουν ότι το δόγμα της ασφάλειας έχει ενισχυθεί δραστικά μετά το 2022, επιτρέποντας μεγαλύτερα περιθώρια κρατικής παρέμβασης.

Πέρα από τη νομική του διάσταση, το μήνυμα της φινλανδικής κυβέρνησης είναι πολιτικό. Προς τη Μόσχα, σηματοδοτεί ότι η εποχή της ανοχής έχει λήξει. Προς το εσωτερικό ακροατήριο, επιχειρεί να δείξει ότι το κράτος έμαθε από τα λάθη του και είναι διατεθειμένο να θωρακίσει τη χώρα σε όλα τα επίπεδα — όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και οικονομικά και χωροταξικά.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τα ρωσικά ακίνητα στη Φινλανδία μόλις άνοιξε. Και αν τελικά προχωρήσει σε αναδρομικούς ελέγχους, δεν θα πρόκειται απλώς για μια διοικητική πράξη, αλλά για μια τομή στον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στην ιδιοκτησία και την ασφάλεια στον 21ο αιώνα.