Ο Σταύρος Οικονομόπουλος, μεγαλύτερος γιος της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη από τη Σαλαμίνα, συγκλονίζει με την περιγραφή της στιγμής που αντίκρισε μαζί με το παιδί του το μακάβριο θέαμα στο σπίτι της μητέρας του.

«Ο εννιάχρονος γιος μου, ένα μικρό παιδί, ήταν εκείνος που είδε πρώτος τη γιαγιά του δεμένη, φιμωμένη, μπρούμυτα, μέσα σε ένα σπίτι αναστατωμένο. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Την είχαν κλειδώσει φεύγοντας και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Πιθανότατα την παραπλάνησαν και την αιφνιδίασαν για να γίνει το έγκλημα» πιθανολογεί ο γιός της.

Ο Σταύρος περιγράφει επίσης τα αντικείμενα που έλειπαν από το σπίτι: «Παρατηρήσαμε ότι υπήρχαν δύο με τρία φλιτζάνια καφέ. Η μητέρα μου δεν έβαζε ποτέ αγνώστους στο σπίτι. Από τον χώρο έλειπαν κάποια ρολόγια και μια ιδιαίτερη, πλεχτή χρυσή καδένα που φορούσε στον λαιμό της. Πήγα σε όλα τα χρυσοχοΐα της Σαλαμίνας, μήπως κάποιος προσπάθησε να την πουλήσει. Δεν βρήκαμε κάτι, όμως μάθαμε αργότερα ότι κάποιος κυκλοφορούσε φορώντας την».

Αναφερόμενος στις οικογενειακές εντάσεις που προηγήθηκαν, ο Σταύρος σημειώνει ότι ο πατέρας του είχε χωρίσει και είχε συνάψει σχέση με γυναίκα από το φιλικό περιβάλλον της μητέρας τους.

«Μετά από κάποιο διάστημα, ο πατέρας μου κατάλαβε το λάθος του και ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι μας, στην οικογένειά του και στη μητέρα μας, με την οποία είχαν κλεφτεί σαν ανδρόγυνο. Η γυναίκα με την οποία είχε σχέση είχε γαντζωθεί πάνω του. Ο πατέρας μου είχε και μεγάλη περιουσία περίπου οκτώ ακίνητα και κτήματα στην ορεινή Κορινθία και στη Σαλαμίνα. Λίγο καιρό αφότου μάθαμε ότι ήθελε να επιστρέψει σπίτι μας, έγινε το έγκλημα σε βάρος της μητέρας μου», τονίζει χαρακτηριστικά.

Ο Παντελής, ο δεύτερος γιος της οικογένειας, συμπληρώνει πως μετά την αποχώρηση του πατέρα τους από το σπίτι, οι επαφές μαζί του ήταν ελάχιστες. Όπως λέει, αυτό οφειλόταν κυρίως στην κόρη της γυναίκας με την οποία εκείνος ζούσε, η οποία κάθε φορά που τους έβλεπε, τους απομάκρυνε.

«Δεν μας άφηναν να έχουμε επαφή με τον πατέρα μας. Εκείνος ίσως να το ήθελε, αλλά ήταν σαν να τον είχαν κλειδώσει σε μια φυλακή. Η περιουσία που είχε δημιουργήσει ήταν αποτέλεσμα κοινής ζωής με τη μητέρα μας. Περάσαμε πολλά και δεν βρήκαμε δικαίωση σε τίποτα».

«Τώρα που έφυγε από τη ζωή και ο πατέρας μου, άρχισαν να ανοίγουν στόματα. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφάσισα να ψάξω την υπόθεση πιο βαθιά. Ευτυχώς υπάρχει ένας μάρτυρας που θέλει να βοηθήσει, για να βρούμε επιτέλους φως μέσα στο σκοτάδι» είπε ο γιος της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη.

«Βρήκαμε τον μάρτυρα που έχει τη λύση του γρίφου»

Το «Τούνελ», πραγματοποιώντας επιτόπια έρευνα, μίλησε με κοντινούς ανθρώπους της άτυχης Φαιναρέτης Μπαξεβάνη, φωτίζοντας πτυχές γύρω από το τραγικό της τέλος.

Μια γειτόνισσά της, ανέφερε στην εκπομπή πως άκουσαν την αναστάτωση από την αστυνομία που ανέβαινε στο σπίτι της.

«Δεν θέλω να κάνω υποθέσεις», είπε συγκινημένη. «Η Φωφώ ήταν μια πολύ καλή γυναίκα, την αγαπούσαμε όλοι. Είχε άσχημο τέλος…»

Ο μεγάλος της γιος, Σταύρος, αναφέρθηκε στον μάρτυρα που έσπασε τη σιωπή του και αναμένεται να καταθέσει όσα γνωρίζει.

«Ο άνθρωπος αυτός είδε την καδένα της μητέρας μου. Τι πιο πειστικό από αυτό; Και τον εντοπίσαμε μετά από δική μας προσπάθεια. Πηγαίναμε πόρτα-πόρτα, εμείς τα παιδιά της, για να βρούμε μια άκρη. Θέλουμε να αναπαυθεί η ψυχή της μητέρας και του πατέρα μας. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει το χρέος της, έστω και αργά. Συγκινούμαι, γιατί είναι σαν να τα ξαναζώ όλα από την αρχή… Και σκέφτομαι πως ο άνθρωπος που τη δολοφόνησε κυκλοφορεί ελεύθερος».

Άλλος γείτονας τόνισε πως όταν πληροφορήθηκε για το τραγικό της τέλος, σοκαρίστηκε βαθιά. «Πρέπει να βρεθεί ο δολοφόνος της. Η ψυχή πάντα ζητά δικαίωση…», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο νέο στοιχείο που έχει προκύψει αναφέρθηκε και ο δεύτερος γιος της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη, Παντελής.

«Όταν μας καλέσει ο Εισαγγελέας, θα ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Είμαστε σε καλό δρόμο, αυτό μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Από ψηλά μάς βοήθησε η μητέρα μας και πήρα την απόφαση να το ψάξω μέχρι τέλους. Ένα μόνο θα πω: Ο δολοφόνος είναι ελεύθερος εδώ στη Σαλαμίνα και ζει κανονικά. Η μάνα μου είναι στο χώμα κι εκείνος γλεντάει».

 Το στοιχείο «κλειδί» για τη δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη & ο ένστολος μάρτυρας

Το «Τούνελ» παρουσιάζει τα βασικά στοιχεία της μαρτυρίας του για το έγκλημα που έμεινε ανεξιχνίαστο. Οι παραλείψεις και τα λάθη των Αρχών, είχαν σαν αποτέλεσμα ο δράστης να κυκλοφορεί ατιμώρητος.

«Ο τόπος του εγκλήματος παραδόθηκε ανέπαφος στους άνδρες της Ασφάλεια Αττικής, μαζί με όλες τις πληροφορίες και τα πρώτα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί, ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η έρευνα. Ωστόσο ο χρόνος περνούσε, χωρίς ουσιαστικές εξελίξεις. Έξι μήνες αργότερα, με επισκέφθηκε στο γραφείο μου ο ένας από τους γιούς του θύματος , ο Σταύρος Οικονομόπουλος, εμφανώς ταραγμένος και απογοητευμένος από την πορεία των ερευνών. Μου εξέφρασε τα έντονα παράπονά του για την καθυστέρηση και μου έδειξε μια φωτογραφία χρυσής αλυσίδας, υποστηρίζοντας ότι ανήκε στη μητέρα του και αφαιρέθηκε τη νύχτα της δολοφονίας. Μου ανέφερε, μάλιστα, πως είχαν γίνει έρευνες από τον ίδιο, σε χρυσοχοεία της περιοχής για τυχόν απόπειρα πώλησης από το δράστη», λέει χαρακτηριστικά.

Προσθέτει πως: «Παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, διέκρινα ότι επρόκειτο για μια σχετικά χοντρή, στριφτή αλυσίδα λαιμού. Θυμήθηκα πως, λίγες ημέρες μετά το έγκλημα, είχα δει έναν γνώριμο στις Αρχές άνδρα, σεσημασμένο, να φορά στον λαιμό του μια τέτοια αλυσίδα. Το συγκεκριμένο άτομο είχε συλληφθεί μήνες πριν, στο πλαίσιο του αυτοφώρου για σοβαρό αδίκημα, ωστόσο κυκλοφορούσε ελεύθερος στη Σαλαμίνα, περιμένοντας την τακτική δικάσιμο που του είχε οριστεί. Ο άνδρας αυτός είχε πρόσφατα επιστρέψει στο νησί από το εξωτερικό, στοιχείο που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες μου. Θεωρώντας τα δεδομένα ιδιαίτερα σοβαρά, ξεκίνησα άμεσα αναζητήσεις για τον εντοπισμό του, προκειμένου να προσαχθεί για εξέταση. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες, διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη φύγει εκ νέου στο εξωτερικό, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά την εξέλιξη της έρευνας και με έκανε ακόμη πιο καχύποπτο.»

Η μαρτυρία του είναι σημαντική στις λεπτομέρειες και ο ίδιος ζητά να καταθέσει σε Δικαστική Αρχή, όλα τα στοιχεία που διαθέτει.

«Της έστησαν καρτέρι στο εξοχικό της» – Στο φως η δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη

Το «Τούνελ» έφερε στο φως την άγρια δολοφονία της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη στη Σαλαμίνα. Μιας μητέρας τριών παιδιών, που πήγε στο εξοχικό της για ένα Σαββατοκύριακο και δεν γύρισε ποτέ.

Η υπόθεση, παραμένει για χρόνια μια ανοιχτή πληγή για την οικογένειά της.

Η γυναίκα εντοπίστηκε νεκρή στο υπνοδωμάτιό της, με δεμένα χέρια και πόδια και φιμωμένη, ενώ το σώμα της είχε σκεπαστεί με κουβέρτες, σαν κάποιος να προσπάθησε να κρύψει τη φρίκη της πράξης και να εξαφανίσει τα ίχνη του.

Η κάμερα του «Τούνελ» βρέθηκε στο σπίτι όπου ο χρόνος πάγωσε εκείνο το βράδυ.

Τα παιδιά της άτυχης γυναίκας έσπασαν τη σιωπή τους και περιέγραψαν όσα σημάδεψαν για πάντα τη ζωή τους.

Ο Παντελής Οικονομόπουλος, γιος της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη που μένει στο ίδιο σπίτι και αναζητά στοιχεία, περιγράφει πως τη βρήκαν.

«Την βρήκαμε εγώ, ο αδερφός μου και η νύφη μου. Η μητέρα μου είχε έρθει στο σπίτι για να περάσει το Σαββατοκύριακο και δολοφονήθηκε. Έξω υπήρχε η τουαλέτα και πιθανότατα κάποιος είχε κρυφτεί εκεί. Την χτύπησε γιατί είχε μια μελανιά στο πρόσωπο. Εκείνη μάλλον έχασε τις αισθήσεις της, την τράβηξε και την έσυρε στο υπνοδωμάτιο. Ήταν δεμένη στα χέρια και στα πόδια. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι στο πλάι και της είχε βάλει ένα πανί στο στόμα. Πάνω της είχαν ρίξει για να την καλύψουν κάποια σκεπάσματα».

Στην εκπομπή μίλησε και ο μεγαλύτερος γιος της γυναίκας που βρήκε τραγικό θάνατο στο σπίτι της στη Σαλαμίνα. Ο Σταύρος Οικονομόπουλος ήταν ο άνθρωπος που την βρήκε νεκρή πάνω στο κρεβάτι.

«Εκείνη την ημέρα η μητέρα μου είχε πάει στο εξοχικό μας με την προϋπόθεση ότι θα ερχόμουν και εγώ την επόμενη ημέρα όταν σχολούσα από τη δουλειά με τη γυναίκα και το παιδί μου. Συνήθιζε να μας περιμένει πάντα στην πόρτα. Όταν έφτασα στο εξοχικό είδα την εξώπορτα κλειστή. Δεν ήταν κλειδωμένη. Την άνοιξα, μπήκα μέσα και φώναξα τη μητέρα μου αλλά δεν μου απάντησε κανείς. Θυμήθηκα ότι βάζαμε κλειδιά πάντα στο ρολόι της ΔΕΗ και έτσι βρήκα τα δεύτερα κλειδιά και άνοιξα την πόρτα. Αυτό που αντίκρυσα ούτε στον εχθρό μου να μην συμβεί..» λέει συγκλονισμένος.

«Το σπίτι ήταν άνω κάτω, η μητέρα μου στο βάθος, ξαπλωμένη μπρούμυτα, φιμωμένη με πανί στο στόμα και δεμένη. Μπήκε το παιδί μου μέσα άρχισε να ουρλιάζει όπως και η γυναίκα μου. Αυτό που αντικρίσαμε, έχει μείνει κάρβουνο στην ψυχή μας και δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε ποτέ αν δε βρεθεί ο δολοφόνος και δεν πληρώσει, όπως πρέπει να πληρώσει. Βγήκαν έξω οι γείτονες από τις φωνές, πήραν τηλέφωνο την αστυνομία, ήρθαν και πήραν αποτυπώματα απ’ τη ΓΑΔΑ. Το αποτέλεσμα ήταν ψύλλοι στα άχυρα που λένε».