Μεγάλη υπόθεση φοροδιαφυγής με πρωταγωνιστή αναισθησιολόγο στη Θεσσαλονίκη αποκάλυψαν οι διασταυρώσεις της Υπηρεσίας Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων (ΥΕΔΔΕ) της ΑΑΔΕ, έπειτα από στοιχεία που ζητήθηκαν και ελήφθησαν από ιδιωτική κλινική.
Ο φορολογικός έλεγχος αφορούσε τη διετία 2016-2017 και ανέδειξε εκτεταμένη απόκρυψη εσόδων μέσω συστηματικής υποκοστολόγησης ιατρικών πράξεων. Ως αποτέλεσμα, επιβλήθηκαν πρόσθετοι φόροι ύψους 95.726,56 ευρώ για το 2016 και 121.624,89 ευρώ για το 2017, ενώ η προσφυγή του ιατρού στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε.
Σ’υμφωνα με την ΕΡΤ, η υπόθεση ξεκίνησε όταν η ΥΕΔΔΕ έλαβε πληροφοριακό δελτίο για αγγειοχειρουργό που συνεργαζόταν με κλινική. Η εταιρεία, ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα, διαβίβασε μεταξύ άλλων τα στοιχεία των αναισθησιολόγων που συμμετείχαν στις επεμβάσεις του συγκεκριμένου ιατρού, ανάμεσά τους και του ελεγχόμενου.
Κατά τον έλεγχο των φορολογικών του στοιχείων διαπιστώθηκε ότι, στη συντριπτική πλειονότητα των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, ο γιατρός χρέωνε σχεδόν ενιαία αμοιβή, χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα ποσά κυμαίνονταν από 10 έως 100 ευρώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπου οι αποδείξεις εμφάνιζαν σημαντικά υψηλότερες ή και δυσανάλογες χρεώσεις.
Συγκεκριμένα, από 1.530 αποδείξεις (686 το 2016 και 844 το 2017) που εκδόθηκαν τη διετία, οι 1.227 —ποσοστό 80,20%— είχαν αξία από 10 έως 50 ευρώ, ενώ μόλις 28 αποδείξεις (1,83%) κυμαίνονταν από 51 έως 100 ευρώ.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν και οι μεγάλες αποκλίσεις στις χρεώσεις για ίδιες ιατρικές πράξεις, με διαφορές που έφταναν έως και το 900%. Για παράδειγμα, το 2016 σε δύο περιπτώσεις αμυγδαλεκτομής εκδόθηκαν αποδείξεις 20 ευρώ και 302,01 ευρώ αντίστοιχα. Αντίστοιχα, το 2017 για επεμβάσεις λαπαροσκοπικής σκωληκοειδεκτομής εκδόθηκαν αποδείξεις 20 ευρώ στη μία περίπτωση και 400 ευρώ στην άλλη.
Η ΥΕΔΔΕ δεν προχώρησε σε αυθαίρετο υπολογισμό της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης. Ζήτησε και έλαβε στοιχεία αμοιβών από τρεις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες, θεωρώντας ότι οι τιμές που καθορίζουν αντανακλούν τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς υγείας και συνιστούν εύλογο μέτρο σύγκρισης.
Από τη σύγκριση των στοιχείων προέκυψε ότι οι χαμηλές και μη κλιμακούμενες αμοιβές που αναγράφονταν στις αποδείξεις δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές εισπράξεις του ιατρού. Οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν με τρόπο που εξυπηρετούσε μόνο την τυπική συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 2016 εκδόθηκαν ανακριβείς αποδείξεις σε 544 περιπτώσεις, με συνολική αποκρυβείσα αξία 128.974,43 ευρώ, ενώ σε δύο περιπτώσεις δεν εκδόθηκαν καθόλου αποδείξεις, συνολικής αξίας 468 ευρώ. Το 2017 διαπιστώθηκαν 660 ανακριβείς αποδείξεις, με αποκρυβείσα αξία 163.069,38 ευρώ, καθώς και δύο ακόμη περιπτώσεις μη έκδοσης αποδείξεων, επίσης συνολικής αξίας 468 ευρώ.