Ένα εκτεταμένο συγκρότημα που χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαϊκούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους έφεραν στο φως οι εργασίες της συστηματικής ανασκαφής στην Αρχαία Τενέα, στο Χιλιομόδι Κορινθίας που ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2025.
Όπως μεταδίδει η ΕΡΤ, το 2013, η τυχαία ανακάλυψη μιας αρχαίας σαρκοφάγου οδήγησε τον αρχαιολόγο Έλενα Κόρκα στην ταύτιση αγροτικών εκτάσεων του Χιλιομοδίου με την επικράτεια της σπουδαίας αρχαίας πόλης.
Όπως δήλωσε η Έλενα Κόρκα, αρχαιολόγος, επίτιμη Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Υπουργείου Πολιτισμού: «Είχαν εντοπίσει μια σαρκοφάγο γιατί έπρεπε να γίνουν διάφορα έργα, εδώ στον δήμο και αυτή η σαρκοφάγος είχε χτυπηθεί από τον εκσκαφέα και αμέσως ανησύχησαν και με κάλεσαν για να κάνω την έρευνα. Όταν άνοιξα την καλυπτήρια πλάκα της σαρκοφάγου, είδα ένα θέαμα μοναδικό. Δεν υπάρχει στην Ελλάδα άλλη μνημειακή καλυπτήρια πλάκα σαρκοφάγου μονολιθικής της αρχαϊκής εποχής, που να φέρει δείγμα μεγάλης ζωγραφικής και τα χρώματα διατηρούνταν λες και τα είχες κάνει χθες».
Πέριξ του Ταφικού Μνημείου ΙΙΙ εντοπίστηκε ορθογώνιο υπόγειο κτίριο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται λιθόστρωτο πλάτωμα. Στα βόρεια οριοθετείται από αρχαία οδό με αναλημματικό τοίχο και λειτουργικούς χώρους, ενώ στα νότια αποκαλύφθηκε κτίριο με επιμέρους εσωτερικές αίθουσες.
Κατά τους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους, το κτίριο μετατράπηκε σε στεγασμένη τελετουργική δεξαμενή, συνδεδεμένη με τελετές ίασης. Ανατολικά της διαμορφώθηκε βοηθητικός χώρος για τη λειτουργία της, ενώ τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα φανερώνουν την ύπαρξη επιμελημένου οικοδομήματος με ενιαία χρήση.
Από τον χώρο της δεξαμενής περισυνελλέγη ασημένιος στατήρας κοπής Κορίνθου (549–510 π.Χ.), καθώς και αναθηματικά πήλινα ομοιώματα δαχτύλων, χεριού, κάτω άκρου και ένα προσωπείο, πιθανότατα του Αρποκράτη – Ώρου παιδί.
Σε συνδυασμό με τα ευρήματα της ανασκαφής του 2024 –πήλινα αναθήματα ανθρωπίνων μελών, μεταλλικά εργαλεία παρασκευής φαρμάκων και ίχνη αρσενικού– προκύπτει ότι ο χώρος συνδέεται με μυστηριακές τελετές κάθαρσης και ίασης. Το νερό της δεξαμενής φαίνεται πως αποτελούσε βασικό στοιχείο της θεραπευτικής διαδικασίας.
Συνδέσεις με αιγυπτιακές λατρείες
Το αναθηματικό ομοίωμα του Αρποκράτη και τα παλαιότερα ευρήματα, όπως το χρυσό δαχτυλίδι με τον Απόλλωνα Ιατρό, το πήλινο πλακίδιο πετεινού, ο λύχνος με παραστάσεις του Σάραπη και τα χρυσά φύλλα λωτού, ενισχύουν την άποψη ότι η Τενέα συμμετείχε στον πολιτιστικό και θρησκευτικό συγκρητισμό των ελληνιστικών χρόνων.
Η παρουσία των θεοτήτων Σάραπη και Αρποκράτη καταδεικνύει επιρροές από την Αίγυπτο και τη διάδοση των πτολεμαϊκών λατρειών. Το αρχαϊκό υπόγειο κτίριο πιθανότατα αποτέλεσε τον αρχικό χώρο τέλεσης των τελετών, ενώ ο αναλημματικός τοίχος και η οδός υποδηλώνουν ότι ήδη από την αρχαϊκή εποχή οριοθετούνταν ιερός χώρος λατρείας στα όρια των νεκροταφείων της πόλης.
Γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ. θεμελιώθηκε το Ταφικό Μνημείο ΙΙΙ, το οποίο διατήρησε τις προϋπάρχουσες δομές, συνεχίζοντας τη μακραίωνη λατρευτική παράδοση της περιοχής.
Από ιερό σε νεκροταφείο
Στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., πιθανότατα λόγω πολεοδομικών μεταβολών, ο χώρος μετατράπηκε σε εκτεταμένο νεκροταφείο, που χρησιμοποιήθηκε έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. Συνολικά ανασκάφηκαν 23 τάφοι, πλούσια κτερισμένοι με νομίσματα, χρυσά και χάλκινα κοσμήματα, υάλινες χάντρες, μυροδοχεία, πήλινα αγγεία και λύχνους.
Παράλληλα, εντός του οικιστικού ιστού της πόλης εντοπίστηκαν νέες δομές κατοίκησης των ρωμαϊκών και ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή παρουσία ζωής στην περιοχή.
«Έχουμε φέρει στο φως πάρα πολύ μεγάλο μέρος της πόλης. Γνωρίζουμε τη δομή, τον αστικό ιστό, τα δημόσια κτήρια, τα ιδιωτικά, τους χώρους λατρείας», τόνισε ακόμα η κ. Κόρκα στο πλαίσιο των δηλώσεών της στην ΕΡΤ ενώ σε άλλο σημείο είπε «Ο πλούτος βεβαίως είναι εμφανής παντού. Τα μνημεία που έχουμε εντοπίσει, ακόμα και τα καταστήματα, τα εργαστήρια, είναι πραγματικά πάρα πολύ πλούσια. Τα νομίσματα που έχουμε βρει, πολλά από τα οποία είναι μοναδικά, έχουν φτάσει ήδη τις 4.000, κάποια χρυσά, κάποια πραγματικά, που δεν υπάρχουν ούτε στο Νομισματικό Μουσείο ούτε στην Ελλάδα, πουθενά»