Αντιμέτωπος με τη χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων ετών βρίσκεται ο νέος υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής Λούις Καπούτο, ο οποίος όμως διατηρεί το πλεονέκτημα ότι θεωρείται πρόσωπο ευρέως αποδεκτό από τις αγορές και με πολλές συμπάθειες στους διεθνείς οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κύκλους.

«Μέσι των χρηματοοικονομικών» τον είχαν ονομάσει παλιότερα όταν είχε αποκαταστήσει την πρόσβαση της χώρας στις αγορές αυτές. Ο 58χρονος Καπούτο σε κάθε περίπτωση έχει πλούσιο βιογραφικό αφού έχει καταλάβει υψηλόβαθμες θέσεις στο οικονομικό επιτελείο της χώρας του.

Τώρα αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να ισορροπήσει μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών πολιτικών που έχει προτείνει, προεκλογικά τουλάχιστον, ο νέος πρόεδρος της χώρας Χαβιέ Μιλέι και τυχόν πιο ορθόδοξων πολιτικών που θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών της χώρας και διεθνών παραγόντων.

Σε αντίθεση με τον Μιλέι, ο οποίος θεωρείται ως νέος πολιτικός χωρίς κάποια μεγάλη εμπειρία στη διακυβέρνηση ή επαφές με τα δρώμενα και επιχειρήσεις της Αργεντινής, ο Καπούτο έχει δείξει τις ικανότητές του πολλές φορές στο παρελθόν.

Εχει διατελέσει στέλεχος της Wall Street αφού έχει εργαστεί για τις τράπεζες JPMorgan και Deutsche Bank. Επίσης έχει διατελέσει πρώην υπουργός Οικονομικών και επίσης έχει περάσει από τη θέση του επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της χώρας υπό τον συντηρητικό πρώην πρόεδρο της Αργεντινής Μαουρίτσιο Μάκρι.

Προκλήσεις

Οι προκλήσεις για τον ίδιο είναι πολλές. Ο πληθωρισμός ξεπερνά το 140%, τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος έχουν εξαντληθεί και η οικονομική δραστηριότητα πλήττεται από νομισματικούς ελέγχους, καθώς και από ελέγχους στις εισαγωγές προϊόντων και στις τιμές που εισήγαγε η αριστερή περονιστική κυβέρνηση, η οποία έχασε τελικά τις εκλογές από τον Μιλέι.

Ο Καπούτο όμως θα πρέπει να αντιμετωπίσει και τις πιέσεις που θα δημιουργηθούν εάν τελικά ο νέος πρόεδρος κάνει ό,τι έχει υποσχεθεί προεκλογικά. Ο Μιλέι έχει δηλώσει ότι θα καταργήσει την κεντρική τράπεζα της Αργεντινής και ότι θα δολαροποιήσει την οικονομία συνδέοντας τα πάντα με το αμερικανικό νόμισμα και όχι με το πέσο.

Μέχρι τώρα οι εγχώριες αγορές έχουν δεχτεί θετικά την αλλαγή κυβερνητικού σχήματος στο Μπουένος Αϊρες, αφού ο τοπικός χρηματιστηριακός δείκτης Merval σημειώνει άνοδο 28%, ενώ οι τιμές για τα κρατικά ομόλογα της Αργεντινής και ειδικά αυτά που λήγουν το 2030 έχουν αυξηθεί 22% στα 37,2 σεντς για το δολάριο, σύμφωνα με στοιχεία των «Financial Times».

Οι αγορές σε κάθε περίπτωση βλέπουν θετικά ότι ο Καπούτο διετέλεσε υπουργός Οικονομικών από το 2015 έως το 2017 και αργότερα πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας στην κυβέρνηση Μάκρι.

Μετά τη διευθέτηση πολυετούς σύγκρουσης για το χρέος το 2016 με διεθνείς πιστωτές, το 2017 βοήθησε να αντλήσει η χώρα περίπου 3 δισεκατομμύρια δολάρια με την πώληση ομολόγου διάρκειας 100 ετών. Θεωρείται τότε ως το άτομο – κλειδί που κατάφερε να λάβει διεθνή χρηματοδότηση για το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Αυτή τη φορά οι προσπάθειές του μπορεί να αποδειχθούν δυσκολότερες, σχολίαζε το Reuters, με την Αργεντινή να είναι πιεσμένη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, να έχει μαύρη τρύπα 10 δισ. δολ. στα καθαρά συναλλαγματικά αποθέματα και να έχει επιβάλει σειρά νομισματικών ελέγχων που πλήττουν την αγορά συναλλάγματος.

Ο Καπούτο συνέβαλε στη διαπραγμάτευση συμφωνίας ύψους 57 δισ. δολ. με το ΔΝΤ το 2018, η οποία όμως τελικά δεν πέτυχε και η χώρα προχώρησε σε άλλο πακέτο στήριξης από το Ταμείο.

Ο Αλεχάντρο Βέρνερ, ο οποίος ηγήθηκε των συνομιλιών με τον Καπούτο εκείνη την εποχή ως υψηλόβαθμο στέλεχος του ΔΝΤ, ανέφερε στο Reuters ότι και οι δύο πλευρές θα κοιτάξουν να ξεκινήσουν από το μηδέν ώστε να βοηθήσουν στην αναβίωση του προγράμματος βοήθειας.