Ο Ζωρζ Σιμενόν (1903 -1989) γεννήθηκε στη Λιέγη, αλλά έζησε μια πολυκύμαντη ζωή και υπήρξε ένας από τους πλέον επιτυχημένους συγγραφείς σε παγκόσμιο  επίπεδο. Αν και τα ιδιότυπα αστυνομικά του μυθιστορήματα με ήρωα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ είναι ίσως εκείνα που το έκαναν περισσότερο γνωστό σε ένα ευρύ κοινό, εντούτοις το σύνολο των μυθιστορημάτων του αγγίζει τον αριθμό 200, ενώ και πολλά ακόμα είναι τα έργα του μικρότερης έκτασης. Αφού εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, κατέληξε στη δημοσιογραφία και πολύ σύντομα ξεκίνησε παράλληλα και την συγγραφική  του καριέρα. Βρέθηκε σε στενή επαφή με ανθρώπους που τον έφεραν κοντά σε νέα καλλιτεχνικά ρεύματα, αλλά και σε ένα τρόπο ζωής ριψοκίνδυνο και περιπετειώδη. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη και σε αρκετούς επίσης μακρινούς τόπους έζησε μεγάλα διαστήματα.

Η προσωπική του ζωή ήταν λογικό να έχει και αυτή πολλά ετερόκλητα στοιχεία, ενώ η σχέση του με τον μικρότερο αδελφό του και τη μητέρα τους καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις ιδεολογικές όσο και συναισθηματικές σχέσεις του. Ο μικρός αδελφός του, ο Κριστιάν,  ήταν ανώτερο στέλεχος  βελγικής παραστρατιωτικής φιλοχιτλερικής οργάνωσης. Το 1945 κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην εκτέλεση εικοσιεπτά πολιτών στη διάρκεια μιας εφόδου που έκαναν τα Ες Ες για αντίποινα τον Αύγουστο του 1944 και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Ο Σιμενόν θέλοντας να τον σώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα, φρόντισε να τον στείλει στη Λεγεώνα των Ξένων. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1947, ο Κριστιάν σκοτώνεται σε μια περιοχή του Βιετνάμ.  Η μητέρα τους θεωρούσε, σ΄όλη την υπόλοιπη ζωή της,  πως ο Ζωρζ υπήρξε η αφορμή να σκοτωθεί ο μικρότερος γιος της. Και χρόνια μετά έφτασε στο σημείο κάτι τέτοιο και προφορικά να του το δηλώσει.

Αυτή η σχέση των δυο αδελφών, έτσι όπως σκιάστηκε από την εξέλιξη  των γεγονότων είναι και η βάση που πάνω της ο Βέλγος συγγραφέας στήνει την υπόθεση του μυθιστορήματός του «Ο πάτος του μπουκαλιού» Το έργο γράφτηκε το 1948 όταν ο Σιμενόν ζούσε σε μια περιοχή λίγο έξω από τα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό. Είναι ενθουσιασμένος από το άγριο τοπίο της ερήμου που τον περιβάλλει και θα θελήσει αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους που τον κατοικούνε να τους τοποθετήσει στα νέα του έργα. Ολοκληρώνει ένα τυπικό ουέστερν –«Το ράντζο της χαμένης φοράδας»- και ξεκινά τον «Πάτο του μπουκαλιού». Καθώς γράφει το νέο του έργο, μαθαίνει τον θάνατο του αδελφού του  και το μυθιστόρημα αποκτά μια άλλη διάσταση -γίνεται  ένα από τα πλέον εσωτερικά έργα του πολυγραφότατου συγγραφέα, όπου αναζητούνται οι πολύπλοκες συνδέσεις αδελφικής αγάπης και αντιπαλότητας, ενοχών και καταγγελιών.

Η έρημος γίνεται ο τόπος όπου μπορούν να αναπτυχθούν σκέψεις και συναισθήματα που αγκυλώνουν ίδια με κάκτους και παρασέρνουν με δύναμη και βοή όπως τα νερά χειμάρρων που ξεχειλίζουν από τις συνεχείς βροχές. Ο κεντρικός ήρωας -αναφέρεται μόνιμα με τα αρχικά Π. Μ.- ζει ως μέλος μιας παροικίας πλούσιων ραντζέρηδων και κανείς δεν γνωρίζει το παρελθόν του. Η καθημερινότητα όλων τους είναι χαρακτηρισμένη από την άνεση υλικών αγαθών και ποτισμένη σε οινοπνευματώδη ποτά. Μα ξαφνικά, ένα πρόσωπο από το κρυφό παρελθόν εισβάλλει. Πρόκειται για τον μικρότερο αδελφό του ήρωα που ζητά τρόπο να διαφύγει στο Μεξικό καθώς τον κυνηγούνε για ένα φόνο. Εκεί, από την άλλη πλευρά των συνόρων, βρίσκεται η γυναίκα του και τα τρία μικρά παιδιά του.

Ο Π. Μ. θα εγκλωβιστεί ανάμεσα στο φόβο του να χάσει όλα όσα είχε κερδίσει και στην ενοχή απέναντι του αποτυχημένου αδελφού. Μα και την ίδια στιγμή θα είναι έγκλειστος μιας απρόσμενης ζήλιας. Μπορεί αυτός να έχει οικονομική άνεση και γυναίκα πλούσια, αλλά ο έρωτας και η οικογενειακή θαλπωρή δεν υπάρχουν στη ζωή του.  Καθοριστική η περιγραφή του τηλεφωνήματος του φυγάδα προς την οικογένειά του. «…Ἐμπρός… Πώς; Ανυπομονεί κι αυτός; Άφησε τον νὰ πεῖ μιὰ λέξη… Ἡ συσκευή είναι στὸν τοίχο; Καὶ ὁ Τζὼν είναι πολύ μικρός; Σήκωσέ τον… Ναι εντάξει, ἡ mammy θὰ τὸν πάρει αγκαλιά… Ἐμπρός! Ἐμπρός, μικρούλη μου! Μ’ ακούς; Μὰ ναι, ὁ daddy είμαι… Ναι… Στο υπόσχομαι… Θὰ σοῦ φέρω τὸ ομορφότερο παιχνίδι…» Κάθισε απότομα, θὰ έλεγες ότι τὸ ακουστικό θὰ τοῦ έφευγε ἀπ’τὸ χέρι γιατί ξαφνικά έγινε πάρα πολύ βαρύ καὶ καυτό.  «Θ ‘αφήσεις τὴ mammy νὰ μοῦ μιλήσει πάλι; Μίλντρεντ; Συγχώρα με… Ἐγὼ…» Προσπάθησε νὰ καταπιεί τὸ σάλιο του

ΑΝΑΤΟΜΟΣ. O Σιμενόν θέτει τον ίδιο του τον εαυτό στη θέση του κεντρικού προσώπου και ξεκινά να σημειώνει με την ακρίβεια ανατόμου της ψυχής σκέψεις και πράξεις που άλλοτε χωρίζουν κι άλλοτε ταυτίζουν τα δυο αδέλφια. Έτσι και αλλιώς στη γραφή του Σιμενόν θαυμάζουμε το π;vς ξέρει με απλές φράσεις να φέρνει στο φως βαθιά κρυμμένα και περίπλοκα συναισθήματα. Ας θυμηθούμε πως σε αυτή την ικανότητα έχει στηριχτεί και η επιτυχία του επιθεωρητή Μαιγκρέ. Μα εδώ -στο «Ο πάτος του μπουκαλιού»- αυτή η εξονυχιστική ανάλυση γίνεται δομικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Η Φύση και ο Άνθρωπος συνομιλούνε… Συμπορεύονται. «Οι δύο άνδρες το μόνο που άκουγαν ήταν το βουητό τοῦ ρεύματος ἐνῶ νερά πιτσιλούσαν τὸ πρόσωπό τους. Στὰ μέσα περίπου τῆς διαδρομής, τὸ άλογο δίστασε, σὰν νὰ ήθελε νὰ γυρίσει πίσω. Μὲ τὶς μπροστινές ὁπλές του έδειχνε νὰ αναζητά τὸ μονοπάτι. Γιὰ κλάσματα δευτερολέπτου τα πίσω πόδια πρέπει νὰ γλίστρησαν. Τὸ είδαν νὰ καταβάλλει μιὰ τρομερή προσπάθεια καὶ τὸ στέρνο του εμφανίστηκε τελικά πιὸ ψηλά. Γιὰ άλλη μιὰ φορά έμεινε ακίνητο καὶ στη συνέχεια έκανε τα τρία τελευταία βήματα γρήγορα καὶ δυνατά πρὸς την όχθη».

Το μυθιστόρημα το έχει μεταφράσει η Αργυρώ Μακάρωφ. Νομίζω πως όλα τα μυθιστορήματα του Σιμενόν που κυκλοφορούν (σε ιδιαιτέρως προσεχτικές και κατατοπιστικές εκδόσεις) από την Άγρα, η Αργυρώ Μακάρωφ τα έχει μεταφράσει. Και έτσι είναι λογικό κι αυτή η μεταφραστική της δουλειά να διαθέτει το εχέγγυο της πιστότητας.

 

INFO

Ζωρζ Σιμενόν

«Ο πάτος του μπουκαλιού»

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ

Εκδόσεις Άγρα