Σενάρια για έξτρα bonus στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, που προς το παρόν μένουν στο συρτάρι, κάνει το υπουργείο Οικονομικών, ενώ ήδη «τρέχει» το νέο πλαίσιο που υποχρεώνει φυσικά πρόσωπα και επαγγελματίες να πραγματοποιήσουν πληρωμές με κάρτες ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, οι οποίες να αντιστοιχούν στο 30% του πραγματικού τους εισοδήματος.

Ο στόχος για έσοδα περί τα 450-500 εκατ. ευρώ φέτος από τις ηλεκτρονικές συναλλαγές αποτελεί μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση, αφού θα είναι καθοριστικός για την επίτευξη του στόχου στο σύνολο των εσόδων, για το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού και εντέλει για τον δημοσιονομικό χώρο που αναζητείται για να υλοποιηθούν οι εξαγγελίες για τις νέες φοροελαφρύνσεις.

Γι’ αυτό και η συζήτηση έχει ξεκινήσει προκειμένου να ενισχυθούν τα κίνητρα για συναλλαγές με ηλεκτρονικό χρήμα. Στα κίνητρα πάντως που έχουν πέσει στο τραπέζι, θεωρητικώς, είναι να δοθεί ένα πριμ για τις ηλεκτρονικές αποδείξεις από δραστηριότητες κλάδων υψηλής επικινδυνότητας, προκειμένου να «μετράνε» στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο για το «χτίσιμο» του ποσοστού 30% επί του εισοδήματος. Ανάλογες εισηγήσεις είχαν βεβαίως εξεταστεί και κατά την ψήφιση του φορολογικού νομοσχεδίου στο τέλος του 2019, χωρίς ωστόσο να προκριθεί η υλοποίησή τους.

Προς το παρόν πάντως το υπουργείο Οικονομικών έχει αποφασίσει να προχωρήσει στην ενίσχυση της ενημερωτικής καμπάνιας για τη χρήση του πλαστικού χρήματος, αν και άνθρωποι της αγοράς εκτιμούν πως το μήνυμα της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών είναι δύσκολο να φτάσει στους καταναλωτές χωρίς την παράλληλη ένταξη νέων κινήτρων.

Αντιδράσεις

Το μέτρο της υποχρεωτικής αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών στο 30% του εισοδήματος συγκέντρωσε, ως γνωστόν, τις μεγαλύτερες αντιδράσεις κατά τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης. Οι ενστάσεις εστιάζουν, μεταξύ άλλων, στο ζήτημα της υποχρεωτικής κατανάλωσης, ώστε να μη «φορτωθούν» οι πολίτες πρόσθετο φόρο 22%. Αμέσως η ερώτηση που γεννάται είναι «όταν ο στόχος επιτευχθεί πώς θα έχουν κίνητρο να ζητούν αποδείξεις;», σχολιάζει το μέτρο στα «ΝΕΑ» ο Ηλίας Χατζηγεωργίου, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Λογιστών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Δυστυχώς απάντηση σε αυτό δεν υπάρχει, αφού το όριο περιορίζεται στο πλαίσιο της στόχευσης και όταν αυτή επιτευχθεί πρακτικά το κίνητρο ατονεί, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει. Αρα όποιος καταφέρει να πετύχει το 30% δεν έχει λόγο να χρησιμοποιεί τις τραπεζικές συναλλαγές και εύκολα μπορεί να επιστρέψει στο παλιό καθεστώς του μετρητού.

Η σπαζοκεφαλιά λοιπόν της εκάστοτε ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών είναι διαχρονική, προκειμένου δηλαδή να βρεθεί ένας τρόπος να μειωθεί η φοροδιαφυγή στη χώρα μας, με τους πιο διαδεδομένους τρόπους να είναι η θέσπιση κινήτρων στους φορολογουμένους ώστε να ζητούν και να λαμβάνουν αποδείξεις στις συναλλαγές τους, τις οποίες θα εξοφλούν με τραπεζικά μέσα πληρωμής. «Το σίγουρο είναι ότι έχει γίνει κοινά αποδεκτό πως οι τραπεζικές συναλλαγές είναι πολύ πιο εύκολα ελέγξιμες σε σχέση με αυτές που γίνονται με μετρητά. Βέβαια το μετρητό δεν μπορεί να σταματήσει να υπάρχει σε καμία οικονομία, απλώς γίνονται προσπάθειες τόνωσης των τραπεζικών συναλλαγών» τονίζει στα «ΝΕΑ» ο κ. Χατζηγεωργίου. Ως αντιπρόεδρος της Επιτροπής Λογιστών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών υπογραμμίζει πως πρέπει να γίνουν σκέψεις από τους αρμοδίους προκειμένου να δοθούν περισσότερα κίνητρα προς τους φορολογουμένους ώστε να χρησιμοποιούν τα τραπεζικά μέσα πληρωμών.

«Μια πρόταση θα μπορούσε να κινείται στη λογική των φοροαπαλλαγών, όπου θα δίνεται κίνητρο επιπλέον έκπτωσης φόρου για ηλεκτρονικές πληρωμές αποδείξεων συγκεκριμένων επαγγελματικών κλάδων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να δίδεται έκπτωση φόρου ύψους 10% ετησίως, όπως εφαρμόζεται ήδη για τις ανακαινίσεις ακινήτων. Ωστόσο η συγκεκριμένη τακτική έχει αποδειχθεί στο παρελθόν ότι δεν είχε αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού δινόταν “χώρος” σε όποιον ήθελε να φοροδιαφεύγει» αναφέρει χαρακτηριστικά.

 

Λύση

 Επί του θέματος έχει τοποθετηθεί εδώ και πολλά χρόνια το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών προτείνοντας και για την Ελλάδα το αμερικανικό σύστημα όπου εφαρμόζονται έσοδα – έξοδα για όλους. Τα έξοδα να αναγνωρίζονται όλα με μοναδική προϋπόθεση να πληρώνονται με τραπεζικά μέσα πληρωμής και ο φορολογούμενος να φορολογείται στη διαφορά. Με αυτή την πρακτική, επισημαίνει ο κ. Χατζηγεωργίου, όλοι οι φορολογούμενοι θα γίνουν «κυνηγοί» αποδείξεων, αφού αν δεν λάβουν απόδειξη θα πληρώσουν περισσότερο φόρο. Μέσω αυτής της διαδικασίας το κράτος θα γνωρίζει το σύνολο των εισοδημάτων, ενώ ταυτόχρονα θα εισπράττει πολύ περισσότερα από τους έμμεσους φόρους. Υπολογίζοντας και το γεγονός ότι ήδη υπάρχει στόχευση για αναγκαστική εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων και στοιχείων στις επιχειρήσεις, είναι μια καλή ευκαιρία να γυρίσουμε σελίδα και να γίνει επιτέλους πραγματικότητα η πάταξη της φοροδιαφυγής.