Ανήκει κι αυτό στα χαρακτηριστικά μιας όμορφα ειπωμένης ιστορίας: σου γεννάει τη λαχτάρα να βρεθείς ακριβώς στα μέρη που συνέβη, ελπίζοντας να απαντήσεις τους πρωταγωνιστές της ή το χνάρι τους. Σε κάνει, ας πούμε, να θες να πάρεις το πρώτο ΚΤΕΛ για Βέροια, έπειτα να διασχίσεις μια ατέλειωτη διαδρομή με φιδωτές στροφές και πολλή ομίχλη, να προσπεράσεις τα αυτοσχέδια κιόσκια των πατατοπαραγωγών Πολυμύλου και, τελικά, λίγο έξω από την Καστανιά Ημαθίας, να φτάσεις σε ένα σημείο σαν πέρασμα, με ένα κατάλυμα χτισμένο το 1925 από σανταίους πρόσφυγες, που κάποτε λειτουργούσε ως χάνι κι έπειτα έγινε εστιατόριο, παίρνοντας το όνομά του από το μούγκρισμα των μηχανών των αυτοκινήτων στην ανηφόρα του Βερμίου. Ηταν κάτι σαν φυλάκιο βραχείας παραμονής (με πεντανόστιμη φασολάδα και ψητά μανιτάρια), κάτι σαν σύνορο δύο ολόκληρων κόσμων κι ίσως γι' αυτό απέναντί του χτίστηκε κι ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον προστάτη των οδοιπόρων, τον Αγιο Χριστόφορο. Το «Γρα-Γρου» βέβαια δεν υπάρχει πια. Το 2004, μερικές μέρες αφότου άνοιξε η Εγνατία Οδός, έκλεισε. Λίγο αργότερα, έπειτα από 79 χρόνια ζωής, ισάριθμα λες με ενός ανθρώπου, κατεδαφίστηκε.
ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΓΕΦΥΡΑ. Το ομώνυμο κόμικ σε σχέδιο του Θανάση Πέτρου και σενάριο του Τάσου Ζαφειριάδη και του Γιάννη Παλαβού, είχε ως δημιουργική αφετηρία αυτό ακριβώς το φορτίο, την αίσθηση ότι το Γρα-Γρου είναι μια κρίσιμη διάβαση από έναν τόπο, από μια κατάσταση, προς κάτι άλλο, άγνωστο, η επιλογή του οποίου εξαρτάται από το αν κανείς θα αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό, με τα βάσανα και το παρελθόν του, αν θα πει το «μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Οχι». Διόλου τυχαία, πλάι στο εστιατόριο, μισοβυθισμένη στην ομίχλη όπως καθετί τριγύρω, οι δημιουργοί του κόμικ τοποθετούν μια μυστήρια, τοξωτή, πετρόκτιστη γέφυρα, όχι σε όλους ορατή: «Αυτοί που είναι να τη δουν, τη βλέπουν. Οι άλλοι προσπερνούν» λέει ο Κώστας, ο ηλικιωμένος εστιάτορας (που σαν να θυμίζει φυσιογνωμικά τον μακεδόνα αρχιτέκτονα και μουσικό Αργύρη Μπακιρτζή), απευθυνόμενος στη Σοφία, μια καθηγήτρια Γερμανικών από την Πτολεμαΐδα που βρέθηκε στο Γρα-Γρου επιχειρώντας να λογαριαστεί με τους δικούς της δαίμονες, στην άλλη πλευρά του γεφυριού. Στο διάστημα της παραμονής της γνωρίζεται με μηχανικούς της Εγνατίας, τον καλόβολο παπα-Νίκο, έναν σιωπηλό συγγραφέα με στερεμένη έμπνευση, καθώς και άλλους μοναχικούς θαμώνες, όπως τον γοητευτικό Μάνο, λιγότερο ή περισσότερο έτοιμους για το δικό τους απονενοημένο διάβημα.
ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ. Οι εικόνες του Θανάση Πέτρου, χειροπιαστές, εμπλουτισμένες με λίγα γήινα υλικά της σύγχρονης γαλλικής και ισπανικής σχολής κόμικς, συμπυκνώνουν στην υφή, τα χρώματα και τις γραμμές τους τον στατικό χρόνο και το σκληρό κλίμα της περιοχής· οι κοφτοί, φαινομενικά υποτονικοί διάλογοι του Τάσου Ζαφειριάδη και του Γιάννη Παλαβού, σαν σεκόντο στο τραγούδι της περιρρέουσας σιωπής, ο σταθερός ρυθμός της ιστορίας τους, κρύβουν, υπονοούν ή φανερώνουν όπου χρειάζεται, όση ένταση απαιτεί μια αφήγηση που, με τη βοήθεια της λογοτεχνίας του φανταστικού και της μεταφυσικής αγωνίας, γεφυρώνει το τώρα και το τότε, το ρητό και το άρρητο: το γεφύρι δίπλα στο μαγειρείο Γρα-Γρου, ένας από τους πιο ακαταμάχητους άψυχους πρωταγωνιστές της σύγχρονης εγχώριας μυθοπλασίας, άλλους τους καλεί κοντά του πολιορκώντας τα όνειρά τους, μερικούς, όπως έναν στρατιώτη κάποιου παλιού πολέμου, τους επαναφέρει στον κόσμο τού σήμερα και, τέλος πάντων, μαγνητίζει τους καταδεκτικούς προς την επώδυνη αυτογνωσία ή τον αναχωρητισμό· είναι και η ίδια η ιστορία του αλλόκοτη: σε μια αναδρομή του κόμικ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1550, εμπνευσμένη από την ιστορία της βεροιώτικης γέφυρας Καραχμέτ, μαθαίνουμε ότι το γεφύρι χτίστηκε από μαστόρους που μιλούσαν τα κουδαρίτικα, τη συνθηματική γλώσσα των τεχνιτών της πέτρας, με τη σύμπραξη ενός σπουδαίου αλλά απογοητευμένου αρχιτέκτονα της Υψηλής Πύλης. Η δουλειά τους ήταν εξαιρετική. Η θυσία όμως που κάθε γεφύρι απαιτεί για να στεριώσει, δεν έγινε όπως έπρεπε.
ΚΟΜΙΚ ΜΕ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ. Οπως και το μαγειρείο για τους θαμώνες, έτσι και το κόμικ για τους αναγνώστες του συνιστά μια εμπειρία πέραν των συμβατικών. Το «Γρα-Γρου» των Ζαφειριάδη, Παλαβού και Πέτρου συνοδεύεται από τη μουσική ενός ακόμα Μακεδόνα, του Μιχάλη Σιγανίδη, που ακούγεται σκανάροντας το QR code του εσώφυλλου ή με μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Ικαρος. Το σάουντρακ μιξάρει βαλκανικά πνευστά και ηπειρώτικα κλαρίνα με τζαζ συγχορδίες, παραδίδει μαθήματα κουδαρίτικων, αναπαράγει εκείνο τον διάλογο του Κόγκα Δράκου και του Καπετάν Γκιολέκα από την ταινία «Σουλιώτες» του 1972, μνημονεύει το εισαγωγικό ταξίμι του Βαγγέλη Λιόλιου από το «Χαράτσι» του Νίκου Παπάζογλου, αφήνει το κλαρίνο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου να σημάνει σιωπητήριο, αλλά και μοιάζει να αποτίνει φόρο τιμής, με τη μορφή ηχητικού κολάζ, στα τραγούδια που παίζουν στα αμάξια των γονιών και των φίλων όσο διασχίζουν ατέλειωτες διαδρομές με φιδωτές στροφές και πολλή ομίχλη. Σαν εκείνους που κάποτε πρόσφεραν δουλειά στους χτίστες της Δυτικής Μακεδονίας, αναγκάζοντάς τους να αποχωριστούν τις γυναίκες ή τις μανάδες τους, σε ένα σημείο στην άκρη του χωριού με την ονομασία Κλαψόδεντρος, όπου γινόταν ο αποχαιρετισμός. Το έθιμο ενέπνευσε στον Τάσο Ζαφειριάδη πέντε τετράστιχα, που ξεκινούν κάπως έτσι: «Κλαψόδεντρε, Κλαψόδεντρε, πάνω στην κλαψοράχη / Γιατί ειν' στυφά τα μήλα σου, τ' άνθη σου μαραμένα; / Στις ρίζες μου αγκαλιάζουνε τους γιους τους οι μανάδες, / που παίρνουνε τη δημοσιά, στα μακρινά να πάνε».

INFO
«Γρα-Γρου», σενάριο: Τάσος Ζαφειριάδης και Γιάννης Παλαβός, σχέδιο: Θανάσης Πέτρου, μουσική: Μιχάλης Σιγανίδης. Εκδόσεις Iκαρος, σελ. 96, τιμή: 14,90 ευρώ.