Τηρουμένων πολλών αναλογιών, κάτι παρόμοιο έχει συμβεί με πολλούς από τους συγγραφείς που διαβάστηκαν κυρίως μετά θάνατον: είτε μιλάμε για τον Φίλιπ Ντικ είτε για τον Χέρμαν Μέλβιλ, αρκετοί μελλοντικοί αναγνώστες τους γνώρισαν πρώτα τα μείζονα έργα τους κι έπειτα τα λιγότερο δημοφιλή, ακολουθώντας μια αναγνωστική διαδρομή συχνά αντίθετη με την αξιολογική πορεία της εργογραφίας τους. Στην περίπτωση του Ρομπέρτο Μπολάνιο δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πριν από οτιδήποτε άλλο άγγιξαν την κορυφή του «2666» ή των «Αγριων ντετέκτιβ», αμφοτέρων γραμμένων προς το τέλος της σύντομης ζωής του Χιλιανού, και κατόπιν κατηφόρισαν προς έργα που σε έναν δικαιολογημένο βαθμό είχαν ώς τότε παραμεριστεί. Τα τελευταία, σε παρόμοιες περιπτώσεις, διαβάζονται σαν τροχιοδεικτικά μελλοντικών επιτευγμάτων, με μια προσέγγιση όψιμα προγνωστική. Μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικών, σίγουρα μεγαλύτερη από όση οι συγγραφείς απόλαυσαν εν ζωή, διακρίνει αρετές εν τη γενέσει τους ή ιχνηλατεί τα πρώτα βήματα ένδοξων λογοτεχνικών διαδρομών. Κάπως έτσι, όμως, η αναγνωστική και κριτική ματιά χάνει λίγη ακόμα από την όποια αθωότητά της.
Το μαχαίρι στην μπλούζα
«Το παγοδρόμιο» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Μπολάνιο που είδε το εκδοτικό φως - για την ακρίβεια, το φως της Ισπανίας του 1993 - και παρακολουθεί τα γεγονότα που προηγήθηκαν μιας δολοφονίας στην παραλιακή πόλη Ζ. της Καταλωνίας. Βασικοί πρωταγωνιστές είναι ο Ρέμο Μοράν, ένας χιλιανός συγγραφέας κυνηγημένος από τον Πινοτσέτ που πλέον διευθύνει τουριστικές επιχειρήσεις, ο Γασπάρ Ερέδια, ένας μεξικανός ποιητής χωρίς άδεια παραμονής που δουλεύει νυχτοφύλακας σε ένα κάμπινγκ, και ο Ενρίκ Ροσκέγες, ένας δημοτικός υπάλληλος, ικανός να υπεξαιρέσει μπόλικο δημόσιο χρήμα για τη γυναίκα που αγαπά. Οχι για λούσα ή ταξίδια: η Νούρια Μαρτί, αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ, τόσο όμορφη που «όλα τα κοσμητικά επίθετα του κόσμου ταίριαζαν στη φωτεινή μορφή της», παραμελείται από την αθλητική ομοσπονδία της χώρας της. Ο Ροσκέγες κατασκευάζει μυστικά ένα ολόκληρο παγοδρόμιο για τις προπονήσεις της στα έγκατα μιας παλιάς έπαυλης με μαρμάρινα πατώματα και ακρωτηριασμένα αγάλματα. Το σκηνικό συμπληρώνουν οξύθυμοι γερμανοί τουρίστες, μια περιπλανώμενη, αλλοτινή πρωταγωνίστρια της όπερας και ένα κορίτσι αμίλητο που κάτω από την μπλούζα του κρύβει ένα μαχαίρι.
Η τελετουργία
Η στοιχειώδης αλλά αυστηρή δομή βασίζεται στις τρεις οπτικές γωνίες του Μοράν, του Ερέδια και του Ροσκέγες, στις εναλλασσόμενες αφηγήσεις τους που ίσως απευθύνονται σε κάποιον αστυνομικό και που πάντως δεν απέχουν πολύ από τις μπόλικες αφηγηματικές σκοπιές των «Αγριων ντετέκτιβ». Το όποιο σασπένς δεν αφορά την ταυτότητα του δολοφόνου, αλλά του θύματος. Το έγκλημα μοιάζει να αποκαλύπτεται όπως και τα σχέδια που προκύπτουν όταν ενώνονται οι τελείες πολλών μικρότερων, αλλά πάντως βίαιων περιστατικών. Υπάρχει κι εδώ ένα κύμα εγκλημάτων που «άρχισαν στην Ταραγόνα και ανέβαιναν την ακτή αφήνοντας μια χαρακιά θανάτου». Ακούγονται επίσης αλήθειες του τύπου «το να πίνεις σ' ένα παραλιακό χωριό στο αποκορύφωμα του τουριστικού πυρετού δεν είναι σαν να πίνεις στα αλήθεια. Φέρνει μόνο πονοκέφαλο». Και υπάρχουν και κεφάλαια που τιτλοφορούνται ανεξαιρέτως από την πρώτη τους πρόταση, σε μια σχέση σαν τελετουργία, ικανή τελικά να τους δώσει χαρακτηριστικά λόγου ενορατικού, που τείνει προς εκείνο το μυστικό, το κρυμμένο, σύμφωνα με το «2666», πίσω από τις δολοφονίες των κοριτσιών της Σάντα Τερέζα.
Δεν είναι αυτά τα μόνα μπολανικά χαρακτηριστικά του «Παγοδρομίου». Τα βασανιστικά πάθη («λένε ότι ο έρωτας κάνει τους ανθρώπους μεγαλόψυχους, δεν ξέρω, δεν ξέρω») ή οι περιθωριακοί που έχασαν τα λογικά τους («η γριά είχε το χρώμα της Σελήνης, μιας ραγισμένης Σελήνης που κατέρρεε») διατρέχουν το μυθιστόρημα μαζί με σπαρακτικούς μονολόγους, αστεία στην καρδιά εφιαλτών και αντιστρόφως ή την καταγραφή της σκοτεινής πλευράς του καλοκαιριού. Οι λοξές παρομοιώσεις («ο αέρας ήταν τόσο πηχτός που (…) αν άπλωνες μπροστά τα μπράτσα σου, όπως οι σηματωροί των αεροπλανοφόρων, είχες την αίσθηση ότι γαμούσες από τον κώλο και το μουνί ένα ατμοσφαιρικό παραλήρημα ή ένα εξωγήινο θηλυκό») καθώς και οι πολλαπλές φωνές («έφθαναν σβησμένες, άυλες και ονειρικές και δημιουργούσαν, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, ένα είδος τρούλου που σκέπαζε όλο το κάμπινγκ») έχουν επίσης τη θέση τους και αναδεικνύονται από μια μετάφραση που ξέρει καλά με πόσο λαβυρινθώδες κείμενο έχει να κάνει. Εστω κι έτσι όμως, λίγα από τα παραπάνω είναι πρόβα μιας μεγαλειώδους φιγούρας ή διατάσεις πριν από τον μαραθώνιο των «Ντετέκτιβ» και του «2666». Πολύ περισσότερο, «Το παγοδρόμιο», αν και επικεντρωμένο γύρω από έναν φόνο, δεν προσφέρει πολλές από τις απολαύσεις ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.
Μετωπική σε αργή κίνηση
Μάλλον γιατί παρ' όλες εκείνες τις όψιμες προγνώσεις, το κέντρο βάρους βρίσκεται εντός του και όχι σε όσα βιβλία ακολούθησαν. Το σημαντικότερο ίσως μπολανικό συστατικό που, όσο και να διακρίνεται, ποτέ δεν ξεθυμαίνει είναι μια αίσθηση μετωπικής σύγκρουσης με το κακό σε αργή κίνηση: αν η παρατημένη αλλά τελικά εκθαμβωτική έπαυλη που ο Ροσκέγες μετατρέπει σε παγοδρόμιο και όπου διαπράττεται το έγκλημα, συνιστά τον επιπλέον, αμίλητο χαρακτήρα του δράματος, τότε μπορεί και να έχει μια υπαινικτική έστω σημασία το ότι το παλάτι ξαναστήθηκε «παίρνοντας ως βάση τα σχέδια του διάσημου μηχανικού Χάρολντ Πέτερσον, πατέρα του πρώτου παγοδρομίου στη Ρώμη, που κατασκευάστηκε με προσωπική εντολή του Μπενίτο Μουσολίνι το 1932». Η αίσθηση οντολογικής αγωνίας που χαρακτηρίζει ολόκληρη σχεδόν την εργογραφία του Μπολάνιο δεν είναι βέβαια από τις αγωνίες που κάποτε απαντιούνται και άρα η επανάληψή τους κουράζει. Ας επανέρχεται λοιπόν όσες φορές θέλει η ανεξήγητη αποξένωση που βιώνει ο Ρέμο Μοράν (σχεδόν όπως και ο Ούντο Μπέργκερ του «Τρίτου Ράιχ», όταν ολισθαίνει αργά προς την τρέλα) και που συμπυκνώνεται σε φράσεις όπως «περιέργως τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και αισθάνθηκα μόνος και χαμένος». Ας αναζητούν σε όσα βιβλία θέλουν οι δολοφόνοι τα αίτια των ίδιων των εγκλημάτων τους: «Τι αρρώστια έχω;» αναρωτιέται αυτός του «Παγοδρομίου». «Τίποτα δεν με πονάει. Ποιος διάβολος μπήκε μέσα μου; Μήπως φταίει αυτό το άθλιο χωριό;».
Roberto Bolano
Το παγοδρόμιο
Μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδ. Αγρα, 2016 Σελ. 272
Τιμή: 16 ευρώ