Αποτελεί κοινό μυστικό στον χώρο των «αθλητικογράφων», όπως πολλοί αποκαλούν μειωτικά τους αθλητικούς συντάκτες, πως στον χώρο δεσπόζουν δύο φατρίες: οι ποδοσφαιρικοί και οι μπασκετικοί, κάτι σαν τους βυζαντινούς Πράσινους και Βένετους.
Οι μπασκετικοί χωρούσαν σε  μονόστηλο στις αθλητικές σελίδες των εφημερίδων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν ο Νίκος Γκάλης άρχισε να μεταλλάσσει το άθλημα με την πορτοκαλί μπάλα σε σόου.
Οπου κι αν εμφανιζόταν, από το ταπεινό κλειστό της Νήαρ Ηστ στην Καισαριανή με το πλαστικό δάπεδο μέχρι το νεότευκτο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, ο Γκάλης ήταν ένας δημεγέρτης.
Κάποιοι προσπάθησαν να επωφεληθούν από τις κεντρομόλες τάσεις που δημιουργούσε, γαντζώθηκαν πάνω του και ταξίδεψαν μαζί του μέχρι την κορυφή, ζώντας πρωτόγνωρες στιγμές που ούτε στα όνειρά τους δεν είχαν φανταστεί.
Ηταν η εποχή που οι δημαγωγοί άρχισαν να κάνουν πολιτική με το μπάσκετ και τα κατορθώματα του Γκάλη, σπέρνοντας κλειστά γήπεδα στην ελληνική ύπαιθρο για να θερίσουν ψηφαλάκια.
Μεγάλο θύμα του έρποντος σκοταδισμού που τόσο επιδέξια εγκαθίδρυσαν οι επιτήδειοι ήταν το ποδόσφαιρο.
Μια καταισχύνη που χρειάστηκε να ξεπλύνει ένας Γερμανός αρκετά χρόνια μετά.
Ο Γκάλης αξίζει όλες τις τιμές όχι μόνο για όσα πρόσφερε ως αθλητής αλλά και για όσα δεν πρόσφερε ως πολιτικός.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από