«Και τώρα, Ρήγα, κοίτα χαμηλά κάτω τον Κάμπο και πες μου πόση γη είναι δική σου».
Ο τσιφλικάς Ρήγας ξεψυχάει και πλάι του ξεψυχάει και ο κολίγας Γιάγκος. Εμβληματικό, σχεδόν τελευταίο, πλάνο από τη θρυλική ταινία «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο». Τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης; Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης, αυτό θέλει να πει. Οσα κι αν μαζέψεις, όσο κι αν πλουτίσεις, όση γη κι αν έχεις εν ζωή, όσες αδικίες κι αν πράξεις, όλα θα σκορπίσουν σαν τη σκόνη στον άνεμο όταν έρθει η ώρα να ταξιδέψεις στην αντίπερα όχθη. Ολα μάταια!
Το πρωτάθλημα βάφτηκε κόκκινο, το χρώμα της βίας είναι ασπρόμαυρο, της διχόνοιας πράσινο και του μίσους κίτρινο. Αυτό το παιχνίδι με τα χρώματα της ίριδος σίγουρα θα έχει κουράσει τους φιλάθλους που αποζητούν θέαμα και αντ’ αυτού βομβαρδίζονται με άθλιες εικόνες χιλιοπαιγμένης ταινίας. Ιδιοι οι πρωταγωνιστές, ίδιο το σενάριο, ίδιες ελεεινές ερμηνείες.
Και η ματαιοδοξία σε πρώτο πλάνο. Πώς θα ξεχωρίσει ο δυνατός πατώντας τούς (ακόμα) ανίσχυρους, πώς οι δήθεν αδύναμοι θα φωνάξουν για να σκεπάσουν τις ανεπάρκειές τους, πώς οι φτωχοί κολίγες θα φιλήσουν το αβρό χέρι του τσιφλικά για να τύχουν της εύνοιάς του. Αυτό δεν είναι αθλητισμός! Αυτό είναι παλιά πολυκαιρισμένη ασπρόμαυρη ελληνική ταινία· όχι από τις αγαπημένες κωμωδίες, όπως τα «Κίτρινα γάντια» ας πούμε, αλλά από τις άλλες, τις προχειροφτιαγμένες δραματικές που στο τέλος προκαλούσαν μια σκοτεινιά στη σκέψη και μιαν απορία: γιατί να τη δω;
Και τα χρόνια περνούν. Και οι έλληνες φίλαθλοι, οι υγιείς φίλαθλοι, αυτοί που βλέπουν δίχως οπαδικά πρίσματα την πραγματικότητα, γερνούν παρακολουθώντας αγώνες από άλλα ανεπτυγμένα πρωταθλήματα, όπως της Αγγλίας που μια κάποια Λέστερ δείχνει την πλάτη της στους ισχυρούς· όπως της Ισπανίας που οι μπαλαδόροι δεν χωράνε σε μία μόνο παλάμη· όπως της Ιταλίας που ο νόμος δεν φοβάται τους ισχυρούς: έσφαλες θα τιμωρηθείς κι ας είσαι Κυρία, ας είσαι Λάτσιο ή Μίλαν!
Εδώ, στον τόπο όπου ευδοκιμούν η ελιά και οι εμφύλιοι, οι φανατικοί ταυτίζονται με τους ηγέτες των ομάδων τους και φρενιάζουν μιλώντας σε πρώτο πληθυντικό: εμείς που παίζουμε μπάλα, εμείς που είμαστε καθαροί σαν το χιόνι στις κορφές του Ψηλορείτη, εμείς, εμείς. Και οι αντίπαλοι απαντούν με την ίδια ένταση. Πρώτο πληθυντικό κι αυτοί. Και η κόντρα ξεφεύγει από τα όρια τα γηπεδικά και βγαίνει στον… Κάμπο, γίνεται ταξική! Οι κολίγες κόντρα στον μεγαλοτσιφλικά που τα έχει όλα, που τα παίρνει όλα με το μαστίγιο και τον μπιστικό του. Η επανάσταση των πεινασμένων για τίτλους, για Ευρώπες, για διακρίσεις. Και όλα μάταια τελικά. Γιατί είναι βέβαιο πως οι «από κάτω» θέλουν να ρίξουν τον «από πάνω» για να ανέβουν αυτοί και όταν ανέβουν θα κάνουν τα ίδια και χειρότερα· η Ιστορία το έχει καταγράψει άλλωστε: μετά την επιτυχία της επανάστασης όλοι αναπολούσαν τα πριν της επανάστασης.
Γι’ αυτό σου λέω, ό,τι και να κάνεις, όσα κι αν μαζέψεις, η υστεροφημία σε ακολουθεί και όχι ο «Κάμπος» και τα χωράφια τα σπαρμένα με τις ανομίες. Ε, Ρήγα;