Οι εθνικοί ύμνοι είναι παιδιά του ρομαντισμού. Ως εκ τούτου αποτελούν έναν συνδυασμό λαϊκών μουσικών παραδόσεων και έντεχνης δυτικής ή δυτικότροπης μουσικής. Ο συνδυασμός αποδείχτηκε πετυχημένος, αν κρίνουμε από το ότι η μεγάλη πλειονότητα κάθε λαού ταυτίζεται ώς και σήμερα με τον εθνικό ύμνο της χώρας του και τον αναγνωρίζει ως το κύριο εθνικό σύμβολο πλάι στη σημαία. Αλλά ο τρόπος που παίζονται, τραγουδιούνται ή, καμιά φορά, αλλάζουν οι εθνικοί ύμνοι ποικίλλει και αποκαλύπτει κάποια πράγματα για τις πολιτικές, τις ιδεολογικές, τις πολιτισμικές διακυμάνσεις στην πορεία ενός έθνους.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απαλοιφή από τον γερμανικό εθνικό ύμνο, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, της πρώτης στροφής, που περιείχε το διαβόητο Deutschland über alles και μιλούσε για μια Γερμανία απλωμένη σε ολόκληρη την Κεντρική και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης. Ενα άλλο, εξίσου χαρακτηριστικό είναι ο σοβιετικός ύμνος, που αντικατέστησε μεσούντος του πολέμου τη «Διεθνή», για να μην ταράζονται οι δυτικοί σύμμαχοι, διατηρήθηκε κατόπιν σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αντικαταστάθηκε μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού με κάτι άνοστο και επαναφέρθηκε αργότερα από τον Πούτιν (εδώ που τα λέμε, έχει πολύ ωραία μουσική, του Σοστακόβιτς, όπως πολύ ωραία μουσική έχει και ο γερμανικός ύμνος).
Ο ελληνικός εθνικός ύμνος έχει κακοπάθει πολλαπλώς. Τα χρόνια της εφηβείας και της πρώτης νεότητάς μου, δηλαδή λίγο πριν από τη χούντα και κατά τη διάρκειά της, ακουγόταν κυρίως από στρατιωτικές μπάντες και παιζόταν σαν στριγκό εμβατήριο, έτσι που δεν ξεχώριζε από εκείνα τα «Περνάει ο στρατός», «Με τέτοιο λαμπρό στρατό» κ.λπ., λόγος αρκετός για να τον βρίσκουν απωθητικό πολλοί από εμάς. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατάλαβε αργότερα, ίσως ενστικτωδώς, ότι το (ωραίο) υπερβατικό όραμα της Ελευθερίας που αναδύεται από τα κόκαλα των πεσόντων ελλήνων αγωνιστών χρειάζεται μια περισσότερο υποβλητική εκτέλεση, έτσι όρισε να ανακρούεται ο ύμνος σε πιο αργό ρυθμό και με πιο γεμάτο ήχο, πράγμα που τον έκανε να ακούγεται πραγματικά κατανυκτικός. Σήμερα, με το καμμενικό στίγμα της αριστερής κυβέρνησης, ο εθνικός ύμνος μας έχει γίνει πάλι θύμα της (αναβιωμένης) κουλτούρας του στρατιωτικού ταρατατζούμ. Το διαπιστώσαμε και αυτές τις ημέρες, στους εορτασμούς της 28ης Οκτωβρίου.
Και να ήταν μόνο αυτό; Δεν πάει πολύς καιρός που ο Χρήστος Γιανναράς πρότεινε σοβαρότατα να αντικατασταθεί ο «Υμνος στην Ελευθερία» επί το ελληνοπρεπέστερον (δηλαδή βυζαντινότερον) με τον «Τσάμικο» του Νίκου Γκάτσου, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Εβρισκε πως οι στίχοι του Σολωμού και η μουσική του Μάντζαρου δυτικοφέρνουν απαράδεκτα. Για να πούμε βέβαια του στραβού το δίκιο, όχι μόνο δυτικοφέρνουν αλλά και οι περισσότεροι Ελληνες τους τραγουδούν με «βυζαντινό» τρόπο, δηλαδή λάθος. Δεν αντέχουν την παρατεταμένη ένταση των τριών διαδοχικών εκτοξεύσεων της μελωδίας στη φράση «και σαν πρώτΑ αντρειωμένΗ χαίρε ω χαίρΕ» και βιάζονται να περάσουν σε ανατολίτικη ψαλμωδία (χαίρε ω χαίαιαιαιρε…), που πολύ συχνά μάλιστα ακολουθείται από μια τσαλκάντζα στην επανάληψη του «και σαν πρώτα…».
Ολα αυτά είναι άλλο ένα σημάδι ότι το πνεύμα που εκφράζουν οι στίχοι και η μουσική του «Υμνου στην Ελευθερία» - ενός από τους λίγους εθνικούς ύμνους που μιλούν για ένα οικουμενικό ιδανικό και όχι απλώς για μια πατρίδα - ακόμη παλεύει να κερδίσει τη χώρα που τον ανακήρυξε έμβλημά της.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από