Κάποτε αστειευόμενος με κάποιον φίλο μου, ο οποίος με αποκάλεσε - κάπως υποσυνειδήτως - μειωτικά «ποιητή», εγώ του απάντησα ότι «δεν είμαι αυτό που νομίζει, αλλά ένας πλανόδιος φωτογράφος είμαι, με μηχανή το μάτι μου» ώσπου, δένοντας στο μυαλό μου την απάντηση αυτή, γύρισα στο σπίτι μου και ανοίγοντας τα «κιτάπια» μου διαπίστωσα ότι πράγματι αυτό που αντέτεινα στον φίλο μου, εγώ είμαι, διαβάζοντας και εντοπίζοντας διάφορα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα μας, όπως:
- Το σκεπασμένο με έναν μουσαμά πνιγμένον στη σκόνη μοτοσακό, στο παντέρημο και μισογκρεμισμένο σπίτι εκείνου που έφυγε για δέκα μέρες και έμεινε για πάντα στην ξενιτιά.
- ... Τι τέλος πάντων δεν μου χάρισε, έτσι που για πάντα να το θυμάμαι το τσιγάρο και τώρα πια που το έχω κόψει - από τα είκοσι επτά μου το έχω κόψει - με τρόπο να πλησιάζω εκείνους που συνεχίζουν και κρυφά να μυρίζω τον καπνό τους, όπως ο ξενιτεμένος σε μεγάλους σταθμούς, όπου πατριωτάκια πλησιάζει, για να μυρίσει πατρίδα.
Και θα ρωτήσετε γιατί τα προανέφερα όλα αυτά. Διότι βλέποντας την φωτογραφία που δημοσιεύεται στη διπλανή στήλη, η οποία ανήκει στο πολύτιμο αρχείο του σεβάσμιου συγγραφέα και σεμνού, παλαίμαχου δημοσιογράφου, Γιώργου Ξ. Ματζουράνη, για μια στιγμή αισθάνθηκα σαν να την έχω βγάλει εγώ τη φωτογραφία, με το μάτι μου, κατά τη χρονική περίοδο 1958 - 1963, κατά την οποία από την πατρίδα μου, τη Μεσσήνη, μετανάστευε κόσμος και κοσμάκης για την ξενιτιά. Μόνο που η γυναίκα της φωτογραφίας, αν κρίνουμε από την ηλικία των παιδιών της είναι και αυτή μικρή, αλλά φαίνεται απελπιστικά μεγάλη, προφανώς γιατί προέρχεται από αγροτική περιοχή όπου την τυραννούσε ο ήλιος από το πρωί μέχρι το βράδυ, ενώ από τον δικό μου τον τόπο έφευγαν ωραία, αφράτα, χάσικα παιδιά, αγόρια-χτίστες, μαραγκοί, τορναδόροι, μπουλντοζιέρηδες, τσαγκάρηδες και κορίτσια κομμώτριες, μοδίστρες, μανταρίστριες, κορδελιάστρες, για να βρουν την τύχη τους στο άγνωστο, στην Αυστραλία πολλοί, και στη Γερμανία κυρίως οι περισσότεροι, όπου όπως γράφει - και πάλι - ο Γιώργος Ματζουράνης στο βιβλίο του «Μας λένε γκάσταρμπάιτερ»:
Κανείς δεν είπε στους υποψήφιους μετανάστες τι θα βρουν εκεί που θα πάνε. Κανείς δεν τους μίλησε για τις συνθήκες της δουλειάς και της διαμονής. Για την καινούργια χώρα που θα εγκατασταθούν και για τους ανθρώπους της που μαζί θα ζήσουν. Κανείς δεν φρόντισε να μάθουν τρεις λέξεις πριν φύγουν για να μπορούν να ζητήσουν ένα ποτήρι νερό στη χώρα που θα φτάσουν. Η χώρα προέλευσης των μεταναστών βιαζότανε να εκποιήσει ένα τμήμα του πληθυσμού της έναντι «πινακίου» συναλλάγματος και η χώρα υποδοχής να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες της με όσο γίνεται πιο φτηνά εργατικά χέρια. Ετσι οι υποψήφιοι μετανάστες παραδίδονταν χωρίς όρους. Στα χέρια τους τούς τοποθετούσανε μεγαλόψυχα ένα συμβόλαιο εργασίας που δεν μπορούσανε να διαβάσουν και ένα σακούλι με τρόφιμα για το ταξίδι· δυο κονσέρβες, μια με σαρδέλες και μια με κορν-μπηφ, ένα καρβέλι ψωμί, λίγες ελιές και ένα κομμάτι τυρί.
Και ακόμη:
Οι γερμανικές αρχές δεν θέλησαν ποτέ να παραδεχτούν ότι η Γερμανία είναι χώρα υποδοχής μεταναστών. Με τη δικαιολογία της προσωρινότητας των ξένων απόφυγαν να τους αναγνωρίσουν οποιοδήποτε δικαίωμα. Πολιτικό ή κοινωνικό. Τους έδωσαν από την αρχή την προσωνυμία γκάσταρμπάιτερ - φιλοξενούμενοι εργάτες - λέξη που δημιούργησε ορολογία. Σιγά σιγά ο γκάσταρμπάιτερ πήρε την έννοια του παρακατιανού, του παρείσαχτου, του φουκαρά, του παγαπόντη· έγινε βρισιά. Για περισσότερη εξασφάλιση ψήφισαν το 1965 τον «νόμο περί αλλοδαπών» που δεν είναι άλλο από την αστυνομική διάταξη του τρίτου Ράιχ για τους αλλοδαπούς που ίσχυε από το 1938, προσαρμοσμένη στις ιδιομορφίες των γκάσταρμπάιτερ...
Πάντως - ορμώμενος από τα παραπάνω αποσπάσματα - εκείνο που έντονα κι εγώ θυμάμαι ακόμη και τώρα, ήταν κάτι πένθιμες ουρές σε κάτι μικρά, μίζερα γραφεία για την κατάθεση της αίτησης, της σχετικής με την άδεια μετανάστευσης. Επίσης, έναν περιφερόμενο «γραμματικό» θυμάμαι, ο οποίος κάποια απογεύματα περνούσε από τις γειτονιές και έγραφε τις επιστολές των αγράμματων ή, την επόμενη φορά, διάβαζε στους παραλήπτες αυτά που τους έστελναν οι άνθρωποί τους, μέσα σε κλάματα και αναφιλητά, πότε από τη χαρά και πότε από τη λύπη, ενώ φεύγοντας τον φίλευαν, άλλος μια πλάκα σαπούνι, άλλος αλεύρι, άλλος τραχανά άλλος τρία - τέσσερα αβγά και άλλος ένα παστέλι θεόξερο, που δεν τρωγόταν με τίποτα.
Ακόμη θυμάμαι με πολύ μεγάλη συγκίνηση, πάντοτε νωπή, τα αποχαιρετιστήρια γλέντια που γίνονταν στα σπίτια την προηγούμενη ακριβώς βραδιά του αποχωρισμού, όπου μαζευόταν ο κόσμος στο μεγάλο τραπέζι ή και σε καρέκλες στην αυλή, που είχαν ζητήσει για την περίσταση από κάποιο ζαχαροπλαστείο και έπιναν κρασί, τρώγοντας ταυτοχρόνως διάφορα μεζεδάκια, με προεξάρχοντα τα κεφτεδάκια. Τότε ήταν που σηκωνόταν η μητέρα του παιδιού που θα έφευγε και με μια φωνή η οποία έκανε να ραγίζουν ακόμη και οι πέτρες, τραγουδούσε το περίφημο τραγούδι:
Αχ! Η ξενιτιά το χαίρεται / τζιβαέρι μου / το μοσχολούλουδό μου / σιγανά και ταπεινά.
Αχ! Εγώ ήμουνα που το 'στειλα / τζιβαέρι μου / με θέλημα δικό μου / σιγανά πατώ στη γη...
Μόλις τέλειωνε και μέσα σε βαθιά θλίψη, πεταγόταν κάποιος άντρας και άρχιζε και τραγουδούσε το επίσης εξαίσιο:
Απόψε είναι πια για μας / η νύχτα η τελευταία / απόψε μείνε ώς το πρωί / και κάνε μου παρέα.
Απόψε φίλα με να με χορτάσεις / αύριο φεύγω και θα με χάσεις / απόψε φίλα με κι αγκάλιασέ με / αύριο φεύγω λησμόνησέ με...
Στη συνέχεια ακούγονταν κι άλλα, κι άλλα, πολλά τραγούδια μεταξύ των οποίων και το με πρόθεση μπηχτής εκτοξευμένο, για να τονίσει την όχι αμοιβαία συμφωνία του χωρισμού, μεταξύ αυτού που φεύγει και αυτού που μένει:
Θα γυρίσεις κάποιο δείλι / μα δεν θα 'μαστε πια φίλοι, / όπως υπέφερα εγώ και συ θα υποφέρεις / και όταν με γυρεύεις πού είμαι δεν θα ξέρεις.
Θα γυρίζεις τα βραδάκια / μες στ' αμαρτωλά σοκάκια και πάντα μόνη κι έρημη στους δρόμους θα νυχτώνεις / και θα μαραζώνεις που δεν θα μ' ανταμώνεις.
Ο,τι είχες θα το χάσεις / δεν θα ξέρεις πού ν' αράξεις, / σαν βάρκα στον ωκεανό που δεν έχει τιμόνι / το παλιό μεράκι σου βαθιά θα σε πληγώνει.
Τελειώνοντας θέλω να καταθέσω εδώ ότι εκείνο που δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να φύγει από τη μνήμη και την καρδιά μου, είναι η επόμενη μέρα, όπου συνοδεύαμε αυτούς που θα ταξίδευαν, μέχρι τον σταθμό των ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πελοποννήσου, Αθηνών, Πειραιώς). Μπροστά μπροστά πήγαιναν οι συγγενείς - η μάνα, ο πατέρας, οι θείες και τα αδέλφια που κρατούσαν τις βαλίτσες. Ολοι αμίλητοι, βλοσυροί και πάρα πίσω οι γείτονες και οι φίλοι - μπορεί εβδομήντα, ογδόντα ή και εκατό ακόμη άνθρωποι - και αυτοί βλοσυροί, μια θλιβερή πορεία, ενώ από τις πόρτες των σπιτιών, από τις γλάστρες, από τους κήπους και τα μπαλκόνια, έραιναν - τα κορίτσια που θα χάναμε κυρίως - με άνθη ωραία, αρμπαρόριζες, βασιλικούς, ντάλιες, φούξιες, κατιφέδες, γαρδένιες και αϊντουνιάδες. Στον σταθμό και μέχρι να φύγει το τρένο όλοι ξεσπούσαν σε γόους, σε μια αρχαία θρηνωδία θα έλεγα, όπου μόνο σφαγμένες ψυχές αντίκριζες και τίποτε άλλο. Μετά και σιγά σιγά, με βήματα βαριά, όλοι οδηγούνταν σε ένα καφενείο στο κέντρο της πόλης, με το οποίο είχαν προσυνεννοηθεί οι γονείς, για πορτοκαλάδα, βουτήματα ή καφέ όπως στα μνημόσυνα.
Γιατί πεθαμένο τότε δεν θεωρούσες μονάχα εκείνον που έμπαινε πραγματικά στο χώμα, αλλά και εκείνον που το ένστικτό σου σε ειδοποιούσε ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδείς, δεν πρόκειται να τον ξαναδείς ποτέ.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από