Η Ελενα Ακρίτα γράφει από τα 18 της χρόνια συνεχώς. Ευθυμογραφήματα, άρθρα, σενάρια. Σε εκπομπές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές, σε περιοδικά, σε εφημερίδες - εδώ και πολλά χρόνια στα «ΝΕΑ». Οι επισημάνσεις της, άλλοτε πιο ελαφριές, άλλοτε πιο βαριές, έχουν όλες ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι πάντα καυστικές και κατά κανόνα εύστοχες. Εξού και οι αναγνώστες της είναι πολλοί και πιστοί. Και πολλών διαφορετικών ηλικιών. Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου επίσης παρεμβαίνει το ίδιο πυρετικά όπως και σε κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας, αυτό φαίνεται καθαρά: είναι δεκάδες χιλιάδες αυτοί που την ακολουθούν στο facebook και η αναπαραγωγή των σχολίων της για την επικαιρότητα σε διάφορα σάιτ και μπλογκ είναι παροιμιώδης.
Για πρώτη φορά όμως αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο άλμα στον κόσμο της γραφής τον οποίο υπηρετεί: έγραψε και δημοσιεύει (από τις εκδόσεις Διόπτρα) το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα. Και είναι άλμα γιατί το είδος αυτό έχει τους δικούς του, πολύ αυστηρούς κανόνες· αφαιρεί από τον γεννημένο χρονογράφο την πολυτέλεια του μικρού σχεδίου, των λεκτικών αιφνιδιασμών ως κυρίαρχου στοιχείου της γραφής, της σφιχτής δομής που μέσα από ένα ωραίο παιχνίδι παραλλαγών του περίπου ίδιου επιχειρήματος οδηγεί σε ένα γρήγορο και ευφρόσυνο ή απαισιόδοξο τέλος. Οχι ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι σημαντικά και στο αστυνομικό. Το αστυνομικό όμως πετάει έξω τον συγγραφέα αν αυτός παραβεί ορισμένους βασικούς όρους: λίγα ψιμύθια, συγκρατημένος σχολιασμός, πολλή δράση. Η Ελενα Ακρίτα το κατάλαβε αυτό καλά και χωρίς να πάψει να είναι αναγνωρίσιμη περιόρισε πολύ τις ελευθερίες του προσωπικού της ύφους - πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς, καθώς αυτό είναι και το σήμα κατατεθέν της. Εκεί όμως που πραγματικά εκπλήσσει με τις τεχνικές της ικανότητες είναι στο στήσιμο της πλοκής. Σπάνια σε ελληνικό αστυνομικό βρίσκει κανείς τόσο καλοδουλεμένη πλοκή. Ενδεχομένως να την έχει βοηθήσει η θητεία της στο τηλεοπτικό σενάριο, ωστόσο και αυτό το υπερβαίνει καθώς η τηλεόραση, αντίθετα με το μυθιστόρημα, έχει μια δική της ταχύτητα που επιτρέπει ή και καμιά φορά επιβάλλει μεγαλύτερες ευκολίες και χαλαρότερες ραφές.
Αν όμως η ευφάνταστη και αξιόπιστη πλοκή είναι το ένα δυνατό σημείο του βιβλίου, το άλλο είναι το περιβάλλον που περιγράφει. Βούτυρο στο ψωμί της Ελενας Ακρίτα, η ζωή νεόπλουτων και πλουσίων της περιοχής της οποίας είναι γέννημα - θρέμμα, της Φιλοθέης, της επιτρέπει να εισχωρήσει σε βάθος στις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς και της ψυχοσύνθεσης του κόσμου αυτού. Ενός κόσμου στον οποίο, συχνά, κάποιοι περίτεχνα καλλιεργημένοι τρόποι κρύβουν απολύτως πεζά ή και πρωτόγονα κίνητρα και επιθυμίες.
Η οικογένεια Ασλάνογλου που περιγράφεται εδώ, οικογένεια μεγιστάνων του τουρισμού με έπαυλη στη Φιλοθέη φτιαγμένη έτσι ώστε να προκαλεί δέος στον επισκέπτη, έχει ορισμένα αρκετά προβλέψιμα εντέλει, όμως πολύ καλά παρουσιασμένα χαρακτηριστικά: ο πατέρας, βαθύτατα συντηρητικός στις αντιλήψεις αλλά δαιμόνιος και άτεγκτος επιχειρηματίας, πέφτει εύκολα θύμα καλλίγραμμων γυναικών (παντρεύτηκε δύο του είδους αυτού), δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τα παιδιά των δύο γάμων του, προτιμά όμως τους γιους από τις κόρες, καλλιεργεί σχέσεις με πολιτικούς κάθε χρώματος, είναι ομοφοβικός και έχει μεταμορφώσει, διαστρέφοντας το παρελθόν, κάποιους μηδαμινής σημασίας προγόνους σε δοξασμένο γενεαλογικό δέντρο. Δίπλα του, μια γυναίκα που τον τύλιξε για τα λεφτά του, υπηρετικό προσωπικό, οδηγός - σωματοφύλακας, δάσκαλος της πολεμικής τέχνης κραβ μαγκά και πρώην τρόφιμος των φυλακών. Αλλά οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι η μεγάλη του κόρη Σόνια και η στενή της φίλη Νόρα, που αναλαμβάνουν τον ρόλο του ντετέκτιβ για να ανακαλύψουν την πραγματική αιτία θανάτου του Ασλάνογλου, όταν σε ένα επίσημο γεύμα παθαίνει καρδιακή προσβολή και πέφτει νεκρός. Η Νόρα, κόρη επιστήθιου φίλου του Ασλάνογλου και ξεπεσμένου επιχειρηματία, έγινε και αυτή επιστήθια και εξ απορρήτων φίλη της κόρης του, έχει πάντα στο μυαλό της την κοινωνική αδικία και δουλεύει ως δημοσιογράφος σε σάιτ κάτω από άθλιες εργασιακές συνθήκες, με την περηφάνια κάποιου που θέλει να δείξει την αξία του χωρίς να χρησιμοποιήσει τα μέσα που διαθέτει. Διαθέτοντας κάτι από την αποφασιστικότητα της ίδιας της δημοσιογράφου Ακρίτα, φθάνει μέχρι και σε μαφιόζικα υπόγεια μπαρ του Μεταξουργείου για να βοηθήσει τη φίλη της να λύσει το αίνιγμα. Η τελευταία, πάλι, διαθέτει την ευστροφία και την ταχύτητα δράσης που φέρνει η έλλειψη περιορισμών, δηλαδή η αυτοπεποίθηση και η αίσθηση ανωτερότητας της ταξικής της θέσης.  
Το βιβλίο εξελίσσεται σε ένα κλασικό whodunit, ένα δηλαδή αστυνομικό του τύπου «βρες τον δολοφόνο» (και πράγματι δεν είναι καθόλου εύκολο να τον βρεις), στα πρότυπα μάλλον περισσότερο της Αγκαθα Κρίστι παρά λ.χ. του σημερινού σκανδιναβικού, αν και η ανελέητη κριτική της ανώτερης τάξης την κάνει να διαφοροποιείται, σε έναν βαθμό από αυτό. Ανεξαρτήτως αυτού, ας ελπίσουμε ότι η συγγραφέας θα συνεχίσει, εξελίσσοντας και άλλο τη γραφή της, να ασχολείται με το είδος, στο οποίο, κατά τα φαινόμενα, έχει σημαντικά πράγματα να συνεισφέρει.
«Εγραψα για ανθρώπους που ξέρω»
Εστω και αν στη σεναριακή σας δουλειά για την τηλεόραση το μυστήριο δεν λείπει, είναι η πρώτη φορά που γράφετε καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για στροφή, για παλιά επιθυμία, για μία ανάγκη που προκύπτει από την εποχή ή κάτι άλλο;
Είναι η πρώτη φορά που γράφω μυθιστόρημα γενικώς. Πάντα σεβόμουν - την αυστηρή δομή μιας αστυνομικής ιστορίας. Τη «γεωμετρία», την εμμονή στη λεπτομέρεια, την ευθύτητα στον αναγνώστη - οφείλει να δίνει «έντιμα» όλα τα στοιχεία ώστε να ανακαλύψει μόνος του τον δολοφόνο. Ξεκίνησα, μικρή, με τις εκδόσεις Λυχνάρι, Αγκαθα Κρίστι, Σαρλ Εσμπραγιά, Σιμενόν... Σειρά είχαν οι μάγοι του φιλμ νουάρ. Ντάσιελ Χάμετ, Ρέιμοντ Τσάντλερ... Και τώρα με γοητεύει ο ζόφος των Σκανδιναβών. Ενας γνωστός συγγραφέας μού είπε προχθές «στο πρώτο σου μυθιστόρημα έπεσες στα βαθιά: Γιατί πιο δύσκολο είδος από το καλό αστυνομικό δεν υπάρχει».
Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί μια οικογένεια με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Να υποθέσουμε ότι αυτό αποτελεί μια μοντέρνα εκδοχή της γραμμής Μαρή; Γιατί και ο θεμελιωτής του ελληνικού αστυνομικού είχε γνωρίσει στο ευρύτερο κοινό, και με κριτικό βλέμμα, τις συνήθειες της μεγαλοαστικής κοινωνίας, ιδιαίτερα του Κολωνακίου. 
Εχω διαβάσει μόνο ένα μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή - άρα δεν έχω ανάλογες αναφορές. Το ερέθισμα σχετικά με τον βίο και την πολιτεία μιας μεγαλοαστικής οικογένειας αντλείται περισσότερο από το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα, τη Φιλοθέη. Κηπούπολη στα βόρεια προάστια, ξεκίνησε ως οικισμός δημοσιογράφων (όπως ο πατέρας μου) και υπαλλήλων τραπέζης - για να αλωθεί μεταπολιτευτικά από νεόπλουτους επιχειρηματίες - όπως η οικογένεια του μεγαλοξενοδόχου Γιάννου Ασλάνογλου που πρωταγωνιστεί στον «Φόνο πέντε αστέρων»: γιατί σε έναν ιδιοκτήτη πεντάστερων ξενοδοχείων, μόνο ένας πεντάστερος φόνος αρμόζει. Αρα δεν πήγα μακριά. Δίπλα πόρτα. Εγραψα για ανθρώπους που ξέρω. Τους «γείτονές» μου που γκρέμισαν τα σπίτια των παιδικών μου φίλων της δεκαετίας του '60 για να υψώσουν στη θέση τους επαύλεις εξιμπισιονισμού.
Φαίνεται, πάντως, να γνωρίζετε αυτούς τους κύκλους σε βάθος.
Οπως είπα και προηγουμένως, τους γνωρίζω αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η κοινωνική τάξη που εκτόπισε τις οικογένειες της μέσης αστικής τάξης και μετέτρεψε τη Φιλοθέη από γειτονιά σε statement. Από εκεί και ύστερα, πολύωρες συνεντεύξεις, επισκέψεις σε επιχειρηματικά άδυτα και off the record εκμυστηρεύσεις - όλα αυτά συνεργήσανε ανώνυμα στον «Φόνο» μου.
Το ελληνικό αστυνομικό, αντίθετα με το μεταφρασμένο, δεν έχει να επιδείξει διείσδυση στο μεγάλο κοινό, με τις εξαιρέσεις βέβαια του Γιάννη Μαρή και του Πέτρου Μάρκαρη, κυρίως. Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σας οι λόγοι; 
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Δεν ξεκίνησα να γράφω συνεκτιμώντας στοιχεία διεισδυτικότητας στην αγορά, αλλά για να αφηγηθώ μια ιστορία - αυτή την ιστορία. Ελπίζω ο «Φόνος πέντε αστέρων» να διαψεύσει τον κανόνα που λέτε. Δεν σας κρύβω, νιώθω μεγάλη ανασφάλεια γιατί και σε δύσκολες εποχές ζούμε και δεν γνωρίζω αν έχω γράψει κάτι καλό, κακό ή μέτριο. Αυτό με κάθε ειλικρίνεια.
Παλιότερα, και όχι μόνο, το αστυνομικό πολύς κόσμος το θεωρούσε δεύτερης κατηγορίας μυθιστόρημα. Ποια είναι η άποψή σας ως προς αυτό;
Αντί να αναλύσουμε φιλολογία και παραφιλολογία, να παραθέσω απλώς τη θέση του Ρέιμοντ Τσάντλερ στο βιβλίο - (και βίβλο μου) «Η απλή τέχνη του Φόνου» - μετάφραση δική μου: «Πιστεύω πως το διάβασμα είναι απόδραση - άσχετα αν διαβάζουμε αρχαία ελληνικά, μαθηματικά, αστρονομία, Μπενεντέτο Κρότσε ή το "Ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου" του Τουργκένιεφ. Οτιδήποτε διαφορετικό το θεωρώ διανοητική υπεροψία ή πνευματική ανωριμότητα στην τέχνη του ζην».
«Δεκάλογος - ευαγγέλιο» για ένα καλό αστυνομικό
Ιδού, λοιπόν, οι 10 εντολές του Ρέιμοντ Τσάντλερ (φωτογραφία) για ένα καλό αστυνομικό, όπως τις μεταφράζουμε από το Open Culture
1 Να είναι πειστικά τα κίνητρα, τόσο στην αρχή όσο και στην κατάληξη μιας υπόθεσης.
2 Να είναι τεχνικά άρτιες οι μέθοδοι και της δολοφονίας και της διαλεύκανσής της.
3 Να είναι ρεαλιστική η ιστορία, ως προς τους χαρακτήρες, το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα. Πρέπει να αφορά πραγματικούς ανθρώπους στον πραγματικό κόσμο.
4 Εκτός από σασπένς και μυστήριο, η εξέλιξη της δράσης, η εξέλιξη της έρευνας, πρέπει να έχει στοιχεία περιπέτειας τέτοια ώστε να αξίζει να διαβαστεί.
5 Να είναι η ιστορία επί της ουσίας απλή, ώστε να μπορεί να εξηγηθεί εύκολα όταν έρθει η ώρα.
6 Πρέπει να μπορεί να μπερδέψει έναν αρκετά έξυπνο αναγνώστη.
7 Να μοιάζει η λύση αναπόφευκτη άπαξ και αποκαλυφθεί.
8 Δεν πρέπει κανείς να προσπαθεί να τα κάνει όλα μαζί. Αν πρόκειται για μια ιστορία-γρίφο που λαμβάνει χώρα σε μια ατμόσφαιρα μάλλον ήρεμη και λογική δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και μια βίαιη περιπετειώδης ιστορία ή μια παθιασμένη ερωτική ιστορία.
9 Ο εγκληματίας πρέπει στο τέλος να τιμωρείται αν και όχι κατ' ανάγκην από τον νόμο. Αν ο ντετέκτιβ αποτύχει να επιλύσει πλήρως την υπόθεση, η ιστορία απομένει ανολοκλήρωτη και αφήνει εκνευρισμένο τον αναγνώστη.
10 Ο συγγραφέας οφείλει να είναι ειλικρινής με τον αναγνώστη.

Ελενα Ακρίτα
Φόνος 5 Αστέρων
Εκδ. Διόπτρα, 2015, Σελ. 432
Τιμή: 16,60 ευρώ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από