Με φόντο τη συνεχιζόμενη κατάληψη της Νομικής Σχολής Αθηνών, παρενέβη στο ζήτημα με δήλωσή της την Τρίτη και η πρώην υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου.

«Η τελευταία εξέλιξη-είδηση αναφορικά με την κατάληψη της Νομικής και τη δήλωση του μικρού παράπλευρου ναού που πήγε πακέτο με την κατάληψη είναι οι διώξεις κατά παντός υπευθύνου για την κατάληψη και η μήνυση που κατέθεσε ο πρύτανης» αναφέρεται στη δήλωση της Διαμαντοπούλου.

«Τα αδικήματα που καλείται να ελέγξει η Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας αφορούν στην κατάληψη του κτηρίου και σε διακεκριμένες φθορές, όπως αναφέρει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Θάνος Δημόπουλος.

»Η κίνηση αυτή έρχεται μία ημέρα μετά την άσκηση ποινικών διώξεων για ένα κακούργημα και σειρά πλημμεληματικών πράξεων από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Μάλιστα ο εισαγγελέας ζήτησε και την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών ώστε να αποτραπεί η τέλεση νέων αυτεπαγγέλτως διωκόμενων αξιόποινων πράξεων» συνεχίζει η πρώην υπουργός Παιδείας των κυβερνήσεων Γιώργου Παπανδρέου και Λουκά Παπαδήμου.

«Η κυβέρνηση περιμένει οι καταληψίες να αποχωρήσουν μόνοι τους, οικειοθελώς, ιδία βουλήσει, προφανώς χωρίς να λογοδοτήσει κανείς για τους βανδαλισμούς και χωρίς κανείς να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στα συνήθη «θύματα» που είναι οι φοιτητές… καμία προσπάθεια να εφαρμοστεί ο Νόμος, καμία αγωνία για τα χαμένα μαθήματα, καμία φροντίδα για αυτό που λέγεται σεβασμός στο δημόσιο χώρο.

»Πάλι θα αρχίσει το αναμάσημα για το δήθεν αυτοδιοίκητο, πάλι θα παίξει η κασέτα για το άσυλο που γίνεται ασυδοσία και για το δικαίωμα του αγωνιστή. Πάλι γυρίζουμε στο λαβύρινθο της Μεταπολίτευσης και αντικρίζουμε τα φαντάσματά της» τονίζει η Αννα Διαμαντοπούλου.

«Είναι άλλο όμως ο αγώνας και άλλο ο βανδαλισμός. Είναι επικίνδυνο να μπερδεύεται η διεκδίκηση με τον «ετσιθελισμό» και ακόμα πιο ανησυχητικό να συγχέεται η συγκατάβαση στις αγωνίες των νέων με την «ετσιθελικά» δύσκαμπτη – ελέω ιδεοληπτικού υπόβαθρου – κυβερνητική αδιαφορία. Και είναι επικίνδυνο γιατί το επόμενο στάδιο είναι η πλήρης απάθεια που οδηγεί στην ισοπέδωση» καταλήγει η δήλωσή της.