«Ο καημένος ο Ντένκομπ». Με αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον ήρωά του, τον «καημένο» συγγραφέα Ντένκομπ, ανοίγει και κλείνει το μικρό αριστούργημα του Χένρι Τζέιμς, το πιο συγκινητικό και βαθυστόχαστο κείμενο που έχει γράψει για τους ομότεχνούς του ο μεγάλος συγγραφέας. Αναμφίβολα ο Ντένκομπ θυμίζει τον ίδιο, αλλά, προσέξτε, δεν είναι. Σοβαρά άρρωστος, αναρρώνει σε ένα ξενοδοχείο του Μπόρνμουθ διαβάζοντας τους «Μέσους Χρόνους», το τελευταίο του βιβλίο. Εκεί θα γνωρίσει τον νεαρό δρ Χιου που είναι φανατικός αναγνώστης του και δύο παράξενες κυρίες. Ο Ντένκομπ σχολιάζει τη σχέση δημιουργού και αναγνώστη, αγωνιά για τον χρόνο που περνάει, για το έργο του που δεν είναι ποτέ όσο πρέπει καλό, γιατί δεν έχει ακόμη καταφέρει να γράψει ένα αριστούργημα. «Απαιτήθηκε υπερβολικά μεγάλο κομμάτι της ζωής του για να δημιουργήσει υπερβολικά μικρό κομμάτι της τέχνης του» γράφει ο Χένρι Τζέιμς για τον Ντένκομπ, που λαχταρούσε «μια δεύτερη ευκαιρία», στο διήγημα που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1893 στο περιοδικό «Scribner's Magazine» με τίτλο «Μέσοι Χρόνοι».
Ηταν μια χρονιά σημαδιακή για τον ίδιο. Είχε κλείσει τα 50, έναν χρόνο πριν είχε πεθάνει η αγαπημένη του αδελφή Αλις (η μικρότερη από τα πέντε αδέλφια και το μοναδικό κορίτσι της οικογένειας) και ήταν πλέον ένας αποφασισμένος εργένης που είχε αποδεχθεί το αίσθημα της μοναξιάς. «Αυτή η μοναξιά, μαζί με τη συνειδητοποίηση της θνητότητας και του αναπόφευκτα ημιτελούς κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας (επομένως και της δικής του), αποτελούν τον πυρήνα του διηγήματος» σημειώνει στο επίμετρο του βιβλίου η Καρολίνα Μέρμηγκα που έχει επίσης μεταφράσει το έργο και έχει επιμεληθεί το χρονολόγιο. Γιος ενός εύπορου και εκκεντρικού διανοούμενου, ο πολυγραφότατος συγγραφέας 22 μυθιστορημάτων, 112 διηγημάτων, 15 θεατρικών έργων και πάρα πολλών ταξιδιωτικών, δοκιμίων, κριτικών και βιογραφιών (στα ελληνικά έχουν εκδοθεί επίσης «Το στρίψιμο της βίδας», «Η κληρονόμος», «Ευρωπαίοι», «Η τέχνη της μυθοπλασίας» κ.ά.) που έμελλε να δώσει νέα ώθηση στα γράμματα του 20ού αιώνα, γεννήθηκε το 1843 στη Νέα Υόρκη και τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής του ταξίδεψε πολύ με την οικογένειά του στην Αμερική και στην Ευρώπη. Σπούδασε νομικά, έζησε για έναν χρόνο στο Παρίσι όπου γνώρισε τον Φλομπέρ και τον Τουργκένιεφ και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου και πέθανε το 1916.