Ο στιχουργός Γιώργος Παυριανός αφηγείται ένα γεμάτο αποκαλύψεις δείπνο με τον Μάνο Χατζιδάκι, στον Μαγεμένο Αυλό

Φοράει πράσινο Lacoste, «µου τα δίνει η Λένα Ράλλη που έχει την αντιπροσωπεία. Ετσι µόνο βρίσκω στο νούµερό µου», και καφέ παντελόνι, «το πήρα από το Παρίσι µαζί µε αυτά τα παπούτσια Jourdan». Είναι ξυρισµένος στην εντέλεια και η µυρωδιά από τη Vetiver της Guerlain πληµµυρίζει τον χώρο. Μας χαιρετάει όλους µε ένα θλιµµένο χαµόγελο και κάθεται στο τραπέζι του. «Γιώργη έλα να καθήσεις εδώ µαζί µας» µου λέει και αυτό είναι η ύψιστη τιµή που µπορεί να σου τύχει.

Είναι 11 το βράδυ, στον Μαγεμένο Αυλό. Είμαι 22 χρόνων, σκηνοθετώ στο Τρίτο Πρόγραμμα το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή με τη Ρένα Βλαχοπούλου και τη Σμάρω Στεφανίδου. Απόψε είναι μια ειδική βραδιά. Είναι μερικές ημέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του και έχουμε έρθει για να τον συλλυπηθούμε. Περιέργως δεν δείχνει στενοχωρημένος παρότι ξέραμε ότι τη λάτρευε. «Ο Θεός να με συγχωρέσει, αλλά με το που πέθανε ένιωσα όχι λύπη αλλά μια βαθιά ανακούφιση» λέει και παραγγέλνει τα κλασικά πιάτα του Αυλού: σουτζουκάκια με πουρέ, κοκκινιστό με πατάτες, παστίτσιο, μακαρόνια φούρνου. Οταν έρχονται, κάνει σαν μικρό παιδί. Τσιμπολογάει από το πιάτο μας, τρώει λίγο από το δικό του και μετά παραγγέλνει και μια σαλάτα. «Τώρα θυμήθηκα, είμαι σε δίαιτα! Τις προάλλες έφαγα τόσους κουραμπιέδες που με πήγαν στο νοσοκομείο. Φαντάζεστε να πέθαινα, να ρωτούσατε «Από τι πέθανε;» και να σας έλεγαν «Από κουραμπιέδες!». Τι ντροπή! Πάντως άμα πεθάνω θέλω να έρχεστε στον τάφο μου και να μου αφήνετε όχι λουλούδια αλλά προσπέκτους με ηλεκτρονικά μηχανήματα».

Κατά τη διάρκεια του φαγητού λέει ανέκδοτα, μαθαίνει καλλιτεχνικά νέα και μας ενημερώνει για τα δικά του: «Πήγα εχτές το βράδυ στην Αλίκη. Μου είπε να της κάμω μουσική για το έργο που ανεβάζει. Ασε βρε Αλίκη της λέω, το «Νιάου βρε γατούλα» το πλήρωσα ακριβά. «Ναι Μανούλη μου, αλλά το πληρώθηκες και ακριβά!» μου απάντησε. Είναι πανέξυπνη η σκατούλα!».

Μέγας Εξομολογητής

Η πραγματική κουβέντα όμως αρχίζει μετά το φαγητό. Εκεί περιμένουμε όλοι να πούμε τον πόνο μας και αυτός σαν Μέγας Εξομολογητής ακούει προσεκτικά και δίνει οδηγίες. Κάποιος του λέει ότι δεν μπορεί να συνέλθει από τη στιγμή που είδε νεκρό τον πατέρα του. «Εμένα ο πατέρας μου σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Δεν τον είδα ποτέ νεκρό. Μάλιστα στο ίδιο αεροπλάνο ήταν και το ίνδαλμά μου, ο αργεντίνος τραγουδιστής Κάρλος Γκαρδέλ. Σκοτώθηκε κι αυτός» λέει και την ίδια στιγμή αρπάζει ένα κομμάτι από τη σοκολατίνα μου, την ισορροπεί πάνω στο κουταλάκι του καφέ και την εξαφανίζει με αστραπιαία ταχύτητα μέσα στο στόμα του. «Τότε μέναμε με τη μητέρα και την αδελφή μου στην οδό Μάνου, στο Παγκράτι. Δεν είχαμε λεφτά και αναγκάστηκα να δουλέψω για να πληρώνω τις σπουδές μου. Δούλεψα φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Fix, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοκονόμου, βοηθός νοσοκόμου στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο…».

«Στο 401; Ημουν εκεί πριν από μερικές ημέρες» πετάγομαι και κόβω την κουβέντα του στη μέση. «Πήρα την απαλλαγή από τον στρατό. Εσύ έχεις υπηρετήσει φαντάρος;». «Βεβαίως και επειδή σιχαινόμουν τα αποχωρητήρια την πρώτη μέρα που πήγα, για να κατανικήσω την απέχθειά μου, πήρα μια σφουγγαρίστρα και τα καθάρισα όλα μόνος μου. Την άλλη μέρα στην αναφορά ο λοχίας είπε: «Αφού πήγες μόνος σου και καθάρισες, από εδώ και πέρα όλοι θα κάνουν αγγαρεία στην Καλλιόπη εκτός από εσένα»! Ετσι γλιτώνουμε από τους φόβους μας όταν τους αντιμετωπίζουμε κατάματα…» και ξαφνικά κάνει έναν μορφασμό και πιάνει το μάγουλό του: «Το δόντι μου! Φέρτε μου μια ασπιρίνη! Στον εμφύλιο με έπιασαν τρεις ταγματασφαλίτες και επειδή ήμουν στην ΕΠΟΝ με χτύπησαν με κλομπ και μου έσπασαν τα δόντια. Θα με είχαν σκοτώσει εάν δεν έβγαιναν κάτι γυναίκες από το απέναντι σπίτι. Εβαλαν τις φωνές, αυτοί έφυγαν, ήρθαν οι γυναίκες και με περιμάζεψαν. Μια βδομάδα έκανα να συνέλθω και όταν άνοιξα τα μάτια μου κατάλαβα ότι αυτές οι γυναίκες ήσαν πόρνες και με φιλοξενούσαν με κίνδυνο της ζωής τους μέσα σε έναν οίκο ανοχής! Ε, από τότε δεν κατάφερα να φτιάξω τα δόντια μου. Πάντα το ξεκινούσα και μετά το άφηνα στη μέση. Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Ας μιλήσουμε καλύτερα για έρωτα. Είσαι ερωτευμένος Γιώργη;».

Σαν βρύση που την άνοιξαν ξαφνικά άρχισα να λέω για πίκρες και παράπονα, για απογοήτευση και προδοσία. Οι υπόλοιποι στην παρέα καταλαβαίνοντας την κατάστασή μου καληνύχτισαν διακριτικά και μας άφησαν μόνους. Για μια ώρα μιλούσα και σταματημό δεν είχα. Με άκουσε προσεκτικά, ήπιε την ασπιρίνη. «Θα παραφράσω τον Κένεντι και θα σου πω: μην κοιτάς τι κάνει ο έρωτάς σου για σένα. Να κοιτάς τι κάνεις εσύ για τον έρωτά σου» μου λέει σοβαρά και μετά, «πάμε; Πήγε τρεις και μείναμε εμείς οι δύο». Συνεννοηθήκαμε με τον Δημήτρη Θεοφίλου του Μαγεμένου Αυλού για τον λογαριασμό, βγαίνουμε στην Πλατεία Προσκόπων, «θέλω να γράψεις ένα έργο για να το παίξει ο Ευγένιος Σπαθάρης. Θα το παρουσιάσουμε στα Ανώγεια». Είμαι ακόμη φορτισμένος από τη συζήτηση, δεν απαντώ.

Ρηγίλλης 17

Περνάμε απέναντι και φτάνουμε Ρηγίλλης 17 όπου είναι το σπίτι του. «Θέλεις να ακούσεις μια ηχογράφηση που έκανα με τη Μαρία Φαραντούρη;» με ρωτάει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Αν θέλω λέει! Ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο, ανοίγει, μπαίνουμε στο γραφείο του. Στο πάτωμα το Οσκαρ από τα «Παιδιά του Πειραιά» κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Το κοιτάει και γελάει: «Είναι η καλύτερη θέση!». Πατάει το play και η φωνή της Φαραντούρη απλώνεται στον χώρο: «Μητέρα κι αδελφή δώσ’ μου μια ελπίδα, δώσ’ μου μιαν ευχή…». «Είναι… είναι καταπληκτικό… είναι συγκλονιστικό…» τραυλίζω όταν τελειώνει το τραγούδι. Είναι συγκινημένος και αυτός, ξαφνικά όμως αλλάζει διάθεση. «Πεινάς;» με ρωτάει συνωμοτικά. «Πάμε στην κουζίνα να φτιάξουμε σάντουιτς με προσούτο και τυρί;». Τα φάγαμε αμίλητοι και μετά σαν να κουράστηκε ξαφνικά. «Νύσταξα» είπε και με πήγε μέχρι την εξώπορτα. «Καληνύχτα Γιώργη. Μάλλον καλημέρα». «Καληνύχτα Μάνο. Ονειρα γλυκά…».