Είναι πλέον σαφές ότι η ύφεση και η ανεργία δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. Αντίθετα, συνιστούν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ασκούμενων πολιτικών οι οποίες ουσιαστικά έχουν «φυλακίσει» τους πόρους της οικονομίας στο έλλειμμα και το χρέος, στερώντας από πόρους τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Ετσι αποδεικνύεται ότι η εσωτερική υποτίμηση αποτελεί τον κινητήρα αντιφάσεων και συστολής των δυνάμεων της οικονομίας και της κοινωνίας. Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα κατά το 2010-13, με δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας 63 δισ. ευρώ, μειώθηκε το δημόσιο έλλειμμα κατά 28 δισ. ευρώ. Επιπλέον, στις συνθήκες αυτές επωάσθηκε μια θεμελιώδης καθίζηση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και μεσομακροπρόθεσμων προοπτικών της ελληνικής και νοτιοευρωπαϊκής οικονομίας, σε βαθμό που το πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης να θεωρείται («Εκόνομιστ», 1/2/2014) οικονομική παρέμβαση αυτοσχεδιασμού που αποδομεί τις παραγωγικές δυνάμεις. Γι' αυτό κυρίως τον λόγο δέχονται κριτική η τρόικα και οι κυβερνήσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο υπόβαθρο αυτών των εξελίξεων, τα προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης 3,3 δισ. ευρώ που εξαγγέλθηκαν κατά την περίοδο 2010-2013 δεν συνέβαλαν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας καθώς και στην ανάσχεση της εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι ο αριθμός των ανέργων δεν μπορεί να μειωθεί όσο δεν πραγματοποιούνται δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και όσο οι επιχειρήσεις δεν αυξάνουν τον αριθμό του προσωπικού τους. Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι το ζήτημα της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της καταπολέμησης της ανεργίας αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για την ελληνική και την ευρωπαϊκή οικονομία, γεγονός που σημαίνει ότι η απορρυθμιστική και αποσπασματική προσέγγιση του αναπτυξιακού ζητήματος αδυνατεί να δώσει αποτελεσματικές, μεσομακροπρόθεσμες και βιώσιμες λύσεις. Οσο αποδομείται και απαξιώνεται το παραγωγικό και τεχνολογικό υπόβαθρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας με τη διείσδυση της λιτότητας και του περιορισμού της ρευστότητας στους αρμούς της πραγματικής οικονομίας τόσο θα σπανίζει η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας.
Η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στις συνθήκες αυτές καθίσταται δυσμενέστερη εάν παρατηρηθεί «η διττή πίεση που ασκείται στην ανεργία από την ύφεση και την εξέλιξη της νέας τεχνολογίας». Η εξέλιξη αυτή προδιαγράφει την επαλήθευση της εμπειρικής έρευνας ότι η ανάκαμψη της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας κατά τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι ικανή για σημαντική συμβολή στη μείωση της ανεργίας. Ετσι, το πρόβλημα της απασχόλησης κρίνεται ότι θα είναι καθοριστικό τις επόμενες δύο δεκαετίες, οπότε εκτιμάται ότι θα εμφανισθεί η μεγάλη σύγκρουση της εποχής μεταξύ της νέας τεχνολογίας και του ανθρώπου, που πρέπει να είναι ο νικητής (Ερικ Σμιτ, Νταβός 2014). Ομως, για να συμβεί αυτό απαιτείται αλλαγή στη σχέση του εργάσιμου και του ελεύθερου χρόνου.
Από την άποψη αυτή διαπιστώνεται ότι η ανάπτυξη και η ανεργία αποτελούν τις νέες προκλήσεις πολύ περισσότερο του μέλλοντος. Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι η αύξηση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις αναπτυγμένες χώρες μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, που σημαίνει επιστροφή στη διεθνή αγορά εργασίας τεσσάρων εκατομ. ανέργων (IMF, 2014), αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι διεθνείς διακηρύξεις για αποτελεσματική καταπολέμηση της ανεργίας περιβάλλονται από αναμενόμενη αβεβαιότητα. Το ίδιο και στην ελληνική οικονομία, η αύξηση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα μπορεί να συμβάλει στην μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά 0,30% (13.000 άτομα), ενώ η μείωση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα αυξάνει την ανεργία εξίσου κατά μία ποσοστιαία μονάδα (50.000 άτομα).
Με αυτά τα δεδομένα, η λύση των νέων προκλήσεων (ύφεση, ανεργία) της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας εντοπίζεται ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού - τεχνολογικού προτύπου στην ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία που οι χρηματοδοτικοί του πόροι θα εξασφαλισθούν από τη μετατόπιση των πόρων της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλει η τρόικα (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ) προς την ανάπτυξη και την απασχόληση.
Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι καθηγητής του  Παντείου Πανεπιστημίου, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από