Οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις των διανοουμένων στον Μεσοπόλεμο δεν έχουν διερευνηθεί συνολικά. Μία ακόμη ψηφίδα προσθέτει βιβλίο αλληλογραφίας του μυτιληνιού συγγραφέα που, ωστόσο, εστιάζει στην πρώτη μόνο φάση του

Το 1914 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που συνηθίζεται να λέγεται και Μεγάλος Πόλεμος. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται πολλά βιβλία στην Κεντρική Ευρώπη που μιλούν για τη φρίκη του. Οχι μόνο ιστορικά αλλά και λογοτεχνικά – κυρίως λογοτεχνικά. Πιο πρόσφατο είναι αυτό που πριν από λίγες ημέρες πήρε στη Γαλλία βραβείο Γκονκούρ, του Πιερ Λεμέτρ – λέγεται «Au revoir la-haut».

Ενα ακόμη που είχε κάνει εντύπωση όταν βγήκε στη Γαλλία, πριν από λίγα χρόνια, ήταν οι «Γκρίζες ψυχές» του Φιλίπ Κλοντέλ (στα ελληνικά από τις εκδ. Ψυχογιός) που διαδραματιζόταν σε ένα γαλλικό χωριό κοντά στο μέτωπο, το 1917. Το τρομακτικό στοιχείο αυτού του πολέμου ήταν τα χαρακώματα. Οι στρατιώτες περνούσαν μήνες και χρόνια μέσα σε αυτά. Αν έβγαιναν προς τα μπρος, ήταν βέβαιος ο θάνατος από τον εχθρό. Αν έφευγαν προς τα πίσω, ήταν βέβαιη η εκτέλεση από τους αξιωματικούς τους. Οσοι ήταν εκεί ήξεραν ότι θα πεθάνουν, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα για κανέναν.
Αν υπάρχει ένα αντίστοιχο ελληνικό βιβλίο, πολύ παλιότερο βέβαια, που γράφτηκε από κάποιον που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, είναι η «Ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη. Ενα κεφάλαιό του δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη το 1917. Περιέγραφε τη ζωή στα χαρακώματα της περιοχής του Μοναστηρίου (Μπίτολα) του στρατιώτη Κωστούλα, μέσα από τα γράμματα και τα ημερολόγιά του. Ο Μυριβήλης συνόψισε σε αυτό όλα τα δεινά μιας εποχής γεμάτης πολέμους, στους οποίους πήρε ο ίδιος μέρος: πολέμησε και στους Βαλκανικούς και στον Μεγάλο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πόλεμοι δέκα χρόνων, άλλοι κερδισμένοι, άλλοι χαμένοι, όλοι φριχτοί, τον κάνουν να γράψει το πιο αξιοσημείωτο, ίσως, αντιπολεμικό μυθιστόρημα της ελληνικής λογοτεχνίας.
Αυτό, για την εποχή του, ήταν κάτι τολμηρό. Αντίθετο στον κυρίαρχο μιλιταριστικό λόγο. Δεν είναι τυχαίο ότι αφού ο Ναπολέων Λαπαθιώτης το εκθείασε στη δεύτερη και οριστική έκδοση του 1930 (η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1924 στη Λέσβο και δεν έγινε το ίδιο γνωστή στην Αθήνα) και αφού οι δύο τους απέκτησαν επαφή και αντάλλαξαν επιστολές, έφθασε να του προτείνει να συμμετάσχει σε υπό σύσταση σύνδεσμο διανοουμένων, «φίλων της Σοβιετικής Ρωσίας».
Ο Μυριβήλης όμως δεν ήταν κομμουνιστής.
Εκείνη την εποχή ήταν συνδεδεμένος με το Αγροτικό Εργατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, το οποίο υποστήριζε και μέσα από τις στήλες τού «Ταχυδρόμου» της Λέσβου, που ο ίδιος εξέδιδε. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1932, θα αναλάμβανε τη διεύθυνση του οργάνου του κόμματος αυτού, της «Δημοκρατίας». Το κάπως απότομο κλείσιμό της, μόλις εννέα μήνες μετά, πιθανόν να σήμανε και κάποια ψυχική απομάκρυνση του Μυριβήλη από τον χώρο αυτό, μια θεωρούμενη «αριστερή πτέρυγα» του χώρου των Φιλελευθέρων.
Το βιβλίο «Αγαπητέ Στρατή…» (εκδ. Εστία) της Νίκης Λυκούργου, που δίδαξε πολλά χρόνια στο Αριστοτέλειο και είναι ειδική στον Μυριβήλη, φωτίζει αυτή την πλευρά και την περίοδο του Στράτη Μυριβήλη, μέσα από τη δημοσίευση και τον σχολιασμό αλληλογραφίας του με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Γιώργο Κοτζιούλα κ.ά.
Πρόκειται για επεξεργασμένες παλιότερες ομιλίες της που θέλησε να συγκεντρώσει σε ενιαίο τόμο. Εχει περισσότερο φιλολογικό χαρακτήρα, αλλά αποκαλύπτει και πτυχές της έντονης πνευματικής ζωής της εποχής, που έχουν πολιτικό χαρακτήρα.
Μία από τις σημαντικές συμβολές της, από αυτή την άποψη, είναι η δημοσίευση, για πρώτη φορά σε βιβλίο, μιας εκτενούς επιστολής του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, στην οποία περιγράφει ο ίδιος την πολιτική του δράση σε σύνοψη και ιδίως κατ" αντιπαραβολή προς τη δράση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Πρόκειται για επιστολή του 1935 από τη φυλακή. Για την ακρίβεια, από τη Σχολή Ευελπίδων, όπου είχε μεταφερθεί από τις φυλακές Αβέρωφ. Είχε συλληφθεί, μαζί με πολλούς άλλους, λόγω του κινήματος βενιζελικών, την 1η Μαρτίου, και ζητούσε από τον Μυριβήλη να γράψει κάτι στη στήλη του στην «Πρωία», προκειμένου να φανεί ότι αυτός δεν είχε καμία σχέση.
Ο Μυριβήλης δεν μπόρεσε, μάλλον, να γράψει κάτι.
Ωστόσο αυτή είναι μια οριακή περίοδος στη ζωή του. Ο βασικός κορμός του έργου του έχει ολοκληρωθεί. Οι επιστολές αυτές σταματούν επίσης χρονολογικά τότε. Κάτι όχι παράξενο, αφού μετά δημιουργούνται πολιτικά στρατόπεδα, τα πράγματα παίρνουν πιο άγρια μορφή. Ο Μυριβήλης στον Εμφύλιο θα γίνει φανατικός αντικομμουνιστής.
Νωρίτερα, και παρόλο που το καθεστώς Μεταξά απαγόρευσε τη «Ζωή εν τάφω», ο ίδιος το υποστήριξε από ραδιοφώνου και είχε επηρεαστεί από τη φυλετικού χαρακτήρα ρητορική του. Σε απόσπασμα που έχει παραθέσει αλλού ένας άλλος πανεπιστημιακός, ο Τάκης Καγιαλής, ο Μυριβήλης είχε γράψει:
«Πόσο η τιμή και η ευθύνη της φυλής, σαν συμπέσει, όπως η δική μας, να ολοκλήρωσε κάποτε – και για πάντα – όλη την ευγένεια της ανθρώπινης ράτσας, ως το υψηλότερο σημείο του ανεβασμού της, μπορεί να γίνει ένα παντοδύναμο παιδαγωγικό στοιχείο για άνοδο, στα χέρια ενός Κράτους που αληθινά θα εκφράση το Εθνος, και ενός Εθνους που αληθινά θα συνειδητοποιήσει την ουσία του τη φυλετική».
Η Ιστορία έχει εστιάσει – και δικαίως – στη δεκαετία του 1940, ωστόσο δεν στερείται ενδιαφέροντος η αμέσως προηγούμενή της. Και όχι μόνο ως προς το σκέλος της οικονομικής κρίσης…