«Αν η μετάφραση, κατά τη φημισμένη διατύπωση του Walter Benjamin, είναι «η μεταθανάτια ζωή ενός έργου τέχνης», oι επιστολές - όπως σημειώνει ο Peter Jeffreys - είναι η μεταθανάτια ζωή του αγώνα της φιλίας». Forster και Καβάφης, λοιπόν: τέχνη, φιλία, ιστορία, καθημερινότητα. Η ιστορία των γραμμάτων, η καθημερινότητα των ανθρώπων. Εδώ τέχνη και ζωή αντικρίζονται και οι σιωπές σημαίνουν όσα και οι λέξεις.
Ας μιλήσουν οι αριθμοί: η πρώτη γραπτή επικοινωνία του Forster με τον Καβάφη πραγματοποιήθηκε πριν από ενενήντα δύο χρόνια. Η τελευταία πριν από εβδομήντα επτά. Η έκδοση της αλληλογραφίας του βρετανού πεζογράφου με τον αλεξανδρινό ποιητή ετοιμαζόταν για σαράντα πέντε χρόνια περίπου, όπως σημειώνει στον πρόλογο του έργου ο Μανόλης Σαββίδης. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη αφήγηση που τα περιέχει όλα: χαρακτήρες, καθημερινότητα, λεπταίσθητη ειρωνεία, έλξεις και απώσεις, διακειμενικότητα, παράλληλα σύμπαντα. Εναν Forster με «διηνεκή αισιοδοξία» και έναν Καβάφη με «ειρωνικό πεσιμισμό». Αυτός ο «μικρο-γραφειοκράτης υπάλληλος στον δαντικό Τρίτο Κύκλο Αρδεύσεων», όπως τον περιγράφει ο Jeffreys, αστράφτει μέσα από τις σιωπές και τις λέξεις του.
Ο Forster γοητεύεται από τον Καβάφη. Στο δοκίμιό του για την ποίηση του Αλεξανδρινού, μιλώντας για τη φράση του Καβάφη, ο Forster σημειώνει ευθύβολα: «Διατυπωμένη με ίσην άνεση στα ελληνικά, στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παρ' όλο της τον πνευματικό πλούτο και την ανθρωπιά της, παρά την ώριμη επιείκεια των κρίσεών της, την νιώθεις ωστόσο να στέκει κι αυτή σε κάποιαν ελαφρήν απόκλιση από το σύμπαν - είναι η φράση ενός ποιητού».
Ο Jeffreys δεν διστάζει να συμπληρώσει ότι οι μελετητές του Forster πιστεύουν πως «ο Καβάφης ήταν το είδος του ποιητή στο οποίο θα ανήκε ο Forster εάν είχε γράψει ποίηση». Δε συμφωνώ. Μέσα από την αλληλογραφία τους, αναδεικνύονται οι διαφορές των δύο καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων. Ο Forster με αναβράζοντα ενθουσιασμό ορμά στον Καβάφη, αιτείται φιλία («Είστε κακός ποιητής. Σας έγραψα και σας έστειλα δύο αντίτυπα του βιβλίου και μήνυμα μέσω του Βαλασόπουλου. Ελαβα καμία απάντηση; Ούτε λέξη»), θέτει τα οικονομικά ζητήματα με αμεσότητα («τα ποιήματα δεν πληρώνονται ποτέ σε τούτη την άμουση χώρα -, όμως θα σας διάβαζαν εκείνοι που είναι σε θέση να σας εκτιμήσουν»), ερωτεύεται το έργο του Καβάφη και θέλει να το διαδώσει στα αγγλικά. Ο Καβάφης, συγκρατημένος εκ φύσεως, εκ θέσεως και εκ πεποιθήσεως μετρά τα λόγια του, δεν παρασύρεται από τη θερμότητα του λόγου του Forster, απαντά ψύχραιμα και ισοτονικά, χωρίς συναισθηματικές διακυμάνσεις. Κεντά τη φράση, ελέγχει τη στίξη, δεν του ξεφεύγει ο τόνος. Είναι ένας επαγγελματίας των επιστολών. Αλλωστε έχει γράψει χιλιάδες στη δουλειά του.
Μέσα από την αλληλογραφία των δυο τους, αλλά και τις επιστολές των Leonard Wolf, του Toynbee κ.ά. που παρεμβάλλονται και λειτουργούν ως συνδετικό υλικό της πολυφωνικής αυτής αφήγησης, ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή και αποτυπώνεται όχι μόνο η συνομιλία δύο προσωπικοτήτων, αλλά και η εκδοτική περιπέτεια της μετάφρασης του Καβάφη στα αγγλικά, για την οποία επιμένει με ζέση ο Forster, όπως και στοιχεία της πρόσληψης του ποιητή από τον αγγλόφωνο πνευματικό κόσμο της εποχής.
Ο Toynbee, για παράδειγμα, σε επιστολή που απευθύνει στον Forster σημειώνει για την ποίηση του Καβάφη: «Είναι ειδήμων στον δραματικό μονόλογο χωρίς την υπερβολική έμφαση και την επιτήδευση του Browning. Θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο διασαφηνίζει τη θέση του με μια σειρά από επίπεδες και άχρωμες διατυπώσεις. Οσο για την ομορφιά του ήχου, δεν έχω συναντήσει τίποτα τόσο ωραίο (για έναν ξένο τουλάχιστον) όσο το "η Πόλις"».
Ο Forster δεν διστάζει να είναι δηκτικός στο χιούμορ του, ιδίως όταν δεν το απευθύνει στον Καβάφη («Καημένε Μ! Τόσο αξιέπαινος και τόσο νεκρός!» ή «Ξυλο-κορδάτος» αντί για Μαυροκορδάτος). Ο Καβάφης, αντιθέτως, εμμένει στα απολύτως απαραίτητα: ποια λέξη να αντικατασταθεί με ποια στη μετάφραση, μέσα σε ένα κλίμα ευγένειας και συγκρατημένης οικειότητας.
Η αλληλογραφία κυκλώνεται από τον σύντομο και περιεκτικό πρόλογο του Μανόλη Σαββίδη, ευχαριστίες - αρχειακές πηγές, εκτεταμένη και διαφωτιστική εισαγωγή του Jeffreys, πίνακα των επιστολών, κατάλογο ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη μεταφρασμένων από τον Γ.Α. Βαλασόπουλο, ευρετήριο, αλλά και φωτογραφικό υλικό. Η μετάφραση της Κατερίνας Γκίκα αποδίδει τα δύο παράλληλα γλωσσικά -και όχι μόνο - σύμπαντα του βρετανού πεζογράφου και του αλεξανδρινού ποιητή, αναδημιουργεί το κλίμα της εποχής και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.