Σειρά-θρύλος το «Πέιτον Πλέις», για την πρωτοποριακή της – τότε – τηλεοπτική αφήγηση, για την εξαιρετική, όπως εκ των υστέρων αναγνωρίστηκε, αντανάκλαση της αμερικανικής, επαρχιακής κουλτούρας και για τους ηθοποιούς που έκανε διάσημους.
Το «Πέιτον Πλέις» θεωρείται η πρώτη τηλεοπτική σαπουνόπερα – είχαν προηγηθεί ραδιοφωνικές – της ιστορίας, παρότι ο παραγωγός του, Πολ Μόνας, ουδέποτε αποδέχθηκε τον όρο, θεωρώντας ότι τα εξωτερικά γυρίσματα, όλα σε κανονικό φιλμ, είναι στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τις σαπουνόπερες. Ορθόν, αλλά αυτό που εντάσσει το «Πέιτον Πλέις» σε αυτή την κατηγορία είναι οι πολλές, διασταυρούμενες ιστορίες, με σπειροειδή εξέλιξη, οι γυναικείοι χαρακτήρες και τα 514 επεισόδια της διάρκειάς του, από το 1964 ώς το 1969.
Στην Ελλάδα άρχισε να προβάλλεται μετά το τέλος του, στην άγουρη τότε εγχώρια τηλεόραση, εν τω μέσω της χούντας, αλλά αυτό δεν το εμπόδισε να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ, να δημιουργήσει μόδα, έστω και εκ των υστέρων, όπως κάνουν κατά παράδοση όλες οι σαπουνόπερες. Ιδίως όταν η Μία Φάροου, κλείνοντας το μάτι στις φεμινίστριες που επέκριναν τη σειρά, έκοψε τη μακριά κόμη της σε αγορίστικη κουπ, παρασύροντας τον κοριτσόκοσμο της εποχής να πράξει το ίδιο.
Αλλωστε τα 60s ήταν η εποχή των μεγάλων αναταράξεων, ήταν η εποχή των Beatles και του ροκ εντ ρολ, της μίνι φούστας, της ψυχεδέλειας και των χίπις, τότε ξεκινούσαν τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα, ενώ ο πόλεμος στο Βιετνάμ ξεσήκωνε αντιδράσεις στην αμερικανική νεολαία. Αλλά ήταν και η εποχή που την Αμερική συγκλόνισαν δύο δολοφονίες, του Κένεντι στην αρχή της δεκαετίας και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στα τέλη, με τις ιδέες και των δύο, ωστόσο, να ‘χουν σφραγίσει την κουλτούρα της εποχής και να ‘χουν εμπνεύσει ελπίδες για αλλαγή νοοτροπιών, ιδίως στο φυλετικό ζήτημα που δίχαζε τότε την Αμερική.
Εκείνα ακριβώς τα χρόνια εμφανίζεται το τηλεοπτικό «Πέιτον Πλέις» να αφηγείται τη «μυστική» ζωή, τα πάθη, τις ίντριγκες και τα σκάνδαλα των κατοίκων μιας αμερικανικής επαρχίας, ανατρέποντας τη μέχρι τότε ειδυλλιακή εικόνα γι’ αυτήν της πουριτανικής Αμερικής.
Ξεσηκώθηκαν αντιδράσεις. Και όχι μόνον από τους ηθικολάγνους πουριτανούς. Πολεμική ήταν η στάση του νεοσύστατου τότε και μαχητικού φεμινιστικού κινήματος, που θεωρούσε ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες αντανακλούν τις προκαταλήψεις της πατριαρχίας εναντίον του γυναικείου φύλου και ότι καθηλώνει τις γυναίκες σε ρόλους κοινωνικά υποδεέστερους.
Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τρεις δεκαετίες για να αποκατασταθούν οι σαπουνόπερες, και φυσικά το «Πέιτον Πλέις», από πανεπιστημιακές έρευνες και μελετητές, σαν τηλεοπτικό είδος που αντανακλά τις πολλαπλές γυναικείες ταυτότητες και αποτελεί μέσο δημιουργίας μιας «γυναικείας κουλτούρας», ιδίως για το λαϊκό κοινό.
Ωστόσο, η σειρά ενέταξε στο στόρι ένα κορυφαίο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής της, όπως καθιέρωσε και απαρέγκλιτα ακολουθεί η αμερικανική τηλεόραση, το φυλετικό, που συγκλόνιζε τη χώρα.
Μια οικογένεια Αφροαμερικανών εγκαθίσταται στο Πέιτον Πλέις – κοντά στο τέλος της σειράς -, φιλήσυχη και εργατική, που προετοιμάζει τον γιο της να σπουδάσει γιατρός, ώσπου εκείνος, έπειτα από μια επίσκεψη στη Νέα Υόρκη, γίνεται αντικοινωνικός. Είχε εμπλακεί σε βίαια επεισόδια στη μεγαλούπολη και φοβάται ότι αυτό θα τον στιγματίσει για πάντα.