Είχα ακούσει για την Κατερίνα Βλαστού – και μάλιστα από συναδέλφους της – ότι κάνει «θαύματα». Περίμενα λοιπόν να συναντήσω μια γυναίκα δυναμική και απροσπέλαστη. Μια γυναίκα που θα απέπνεε τη «διαφορά» της από τους άλλους. Φανταζόμουν πως θα νιώσω σχεδόν τρομοκρατημένος στη θέα μιας γυναίκας που έχει δει το ανθρώπινο σώμα σε κατάσταση που σε οποιονδήποτε άλλον θα προκαλούσε φόβο, αποστροφή ή θα γύριζε αλλού το κεφάλι του. Οταν σχεδιαζόταν η σειρά αυτή ακούγαμε – το επαναλαμβάνουμε – από συναδέλφους της «μην ξεχάσετε την πλαστική χειρουργό Κατερίνα Βλαστού». Αντικρίσαμε μια γυναίκα που η έκφρασή της δεν δείχνει να έχει «ταξιδέψει» μέσα σε τόση απελπισία και σε τόσο τρόμο. Μια γυναίκα πολύ συγκεκριμένη που εννοεί τα πράγματα με την ακρίβεια που τα εννοεί ένας υπεύθυνος δημόσιος υπάλληλος. Μια γυναίκα σχεδόν τυπική. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η απάντηση στο ερώτημα ίσως να είναι και η λύση του «μυστηρίου» ή έστω του «κόμπου» που μας δημιουργήθηκε. Κανείς απολύτως σε αυτή τη ζωή δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός στη δουλειά του αν του προκαλεί τα αισθήματα που δημιουργούνται στους άλλους όταν πληροφορούνται τα κατορθώματά του. Ας πάει το μυαλό μας στους μεγάλους καλλιτέχνες ή στους μύστες. Σκεφτείτε να εντυπωσιάζονταν με αυτά που κάνουν όσο εμείς οι υπόλοιποι! Δεν θα ήταν καλλιτέχνες, μύστες και πολύ περισσότερο γιατροί. Αντίθετα με την ασθενή, την κυρία Ευγενία Μαστορίδου, δεν πέσαμε καθόλου έξω στους υπολογισμούς μας. Ηταν όπως ακριβώς τη φανταζόμασταν. Αισθηματική, που συχνά η συγκίνηση διέκοπτε τον λόγο της, όπως και σε μας άλλωστε.

Θανάσης Νιάρχος: Κυρία Βλαστού, όπως έρχεστε σε επαφή με ακραίες περιπτώσεις ασθενών που συνήθως έχουν τραυματισθεί ή ακρωτηριασθεί σε ατυχήματα, πώς νιώθετε με τη σοβαρότητα αλλά και την τραγικότητα μερικές φορές των προβλημάτων που αντιμετωπίζετε;

Κατερίνα Βλαστού: Η πρώτη σκέψη, το πρώτο μέλημα, αν θέλετε, είναι ώς ποιο βαθμό μπορώ να βοηθήσω και, αν τούτο είναι δυνατόν, να θεραπεύσω τον άρρωστο. Αν πάλι κάτι ανάλογο είναι αδύνατον, ώς ποιο βαθμό τουλάχιστον μπορώ να τον ανακουφίσω.
Θ.Ν.: Ως παιδί μπορούσατε να φανταστείτε τον εαυτό σας να καταπιάνεται με κάτι τόσο ακραία δύσκολο και υπεύθυνο, κάτι που σε φέρνει διαρκώς πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο;
Κ.Β.: Το σκεφτόμουν ενώ ήμουν ακόμα έξι χρονών. Συνειδητά θυμάμαι ότι από την ηλικία των δέκα χρονών ήθελα να γίνω γιατρός και επειδή πάντα μου άρεσε να φτιάχνω πράγματα με τα χέρια μου επέλεξα τη χειρουργική ιδιότητα.
Θ.Ν.: Μου έχουν πει συνάδελφοί σας ότι έχετε αντιμετωπίσει τρομακτικά περιστατικά. Πέραν της ιατρικής ιδιότητας, συναισθηματικά ποια είναι η σχέση σας με τους ασθενείς;
Κ.Β.: Με όλους τους ασθενείς αισθάνομαι σαν να πρόκειται για συγγενικά μου πρόσωπα. Ή, για να το πω καλύτερα, όταν τους βλέπω σκέφτομαι τι θα ήθελα να κάνει κάποιος άλλος σ’ εμένα, αν ήμουν εγώ που αντιμετώπιζα το πρόβλημα, ώστε το ίδιο ακριβώς να κάνω στους ασθενείς. Δεν υπάρχει άλλη σκέψη.
Θ.Ν.: Εχετε φοβηθεί ποτέ σε σχέση με τους αρρώστους σας;
Κ.Β.: Υπάρχουν πραγματικά εξαιρετικά ακραίες καταστάσεις που φοβόμαστε για τη ζωή του αρρώστου ή για τη βιωσιμότητα ενός μέλους του σώματός του. Γεγονός ωστόσο που δεν εμποδίζει να κάνουμε αυτό που θεωρούμε ότι είναι το σωστό και να ελπίζουμε ότι θα αντιδράσει θετικά ο ασθενής ως προς τη θεραπεία που του δίνεται. Δυστυχώς δεν είναι πάντοτε κάτι εφικτό, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα πάντα ιώνται, ότι τα πάντα θεραπεύονται. Τουλάχιστον όμως προσπαθούμε.
Θ.Ν.: Ποιο υπήρξε το δικό σας πρόβλημα, κυρία Μαστορίδου;
Ευγενία Μαστορίδου: Το δικό μου πρόβλημα παρουσιάστηκε πριν από πολλά χρόνια και, αφού ταλαιπωρήθηκα για έξι μήνες, μου ανακοινώθηκε ότι δεν υπάρχει νευροχειρουργός που μπορεί να με αναλάβει, γιατί θα πεθάνω στο χειρουργείο. Για καλή μου τύχη ο γυναικολόγος μου μού σύστησε τον γιατρό, τον κ. Ανδρέου, που κάλεσε την κ. Βλαστού και τα πράγματα άλλαξαν σχεδόν αμέσως για τη ζωή μου. Ενώ έκλαιγα και σπάραζα, γιατί θεωρούσα ακόμη σίγουρη την αρχική γνωμάτευση ότι σε έναν μήνα μπορεί να έχω πεθάνει, η κ. Βλαστού με διαβεβαίωσε ότι ναι μεν το πρόβλημά μου είναι πολύ σοβαρό αλλά δεν πεθαίνει κανείς. «Θα το αντιμετωπίσουμε αλλά αν καθυστερήσουμε έστω και μία ημέρα ακόμα θα πεθάνετε».
Θ.Ν.: Κυρία Βλαστού, όταν μπαίνετε στο χειρουργείο, η πρώτη σας σκέψη ποια είναι;
Κ.Β.: Οταν μπαίνω στο χειρουργείο έχω κάνει από την προηγουμένη, αν όχι και πιο νωρίς ακόμη, κάποιο πλάνο για το τι θα κάνω στον κάθε άρρωστο. Νοερά προγραμματίζω στο μυαλό μου τα στάδια της κάθε επέμβασης. Και ανάλογα προχωρώ.
Θ.Ν.: Κυρία Βλαστού, ηθοποιοί, συνήθως πρωταγωνιστές, λένε ότι για να αποφορτισθούν και να μπορέσουν να κοιμηθούν χρειάζεται να περάσουν δύο – τρεις ώρες μετά την παράσταση. Επειτα από μια επέμβαση, πόσος χρόνος σας χρειάζεται για να αισθανθείτε πάλι ένας κανονικός άνθρωπος;
Κ.Β.: Κατ’ αρχάς η φόρτιση δεν είναι ίδια σε όλες τις επεμβάσεις. Σε άλλες έχουμε μεγαλύτερη και σε άλλες μικρότερη. Στις επεμβάσεις που δεν υπάρχει μεγάλη φόρτιση, συνεχίζουμε κανονικά, αμέσως μετά, τις δραστηριότητές μας. Αλλά και όταν υπάρχει μεγάλη φόρτιση, δεν έχουμε τις περισσότερες φορές την πολυτέλεια να ηρεμήσουμε ή να αναπαυθούμε, γιατί ο άρρωστος χρειάζεται παρακολούθηση για κάμποσες ώρες ή για κάμποσες μέρες. Βέβαια δεν παύει ακόμα και αυτός ο τρόπος ζωής και εργασίας να γίνεται μια ρουτίνα και να κατορθώνουμε να ηρεμούμε έστω και ύστερα από εξαιρετικά πολύπλοκα προβλήματα.
Θ.Ν.: Κυρία Μαστορίδου, είπατε πριν αρχίσει «επισήμως» η συζήτησή μας ότι θέλετε να ξεχάσετε και πως έχετε ξεχάσει την περιπέτειά σας. Λοιπόν, ηθικά και όχι συναισθηματικά η αρρώστια που περάσατε τι θέση έχει στη ζωή σας; Σε τι σας άλλαξε;
Ε.Μ.: Το να πω ότι με έκανε πιο δυνατή θα ακουγόταν σαν πλεονασμός. Το να πω ότι με έκανε να νιώθω τους ανθρώπους πιο κοντά μου και να θέλω ή να προσπαθώ, όσο μπορώ, να τους βοηθώ, δεν θα ακουγόταν μόνο σαν πλεονασμός αλλά και σαν κάτι πολύ μελοδραματικό. Σίγουρα ύστερα από μια τέτοια τρομακτική περιπέτεια, όσο και αν θα ήθελε να πιστεύει κανείς ότι είναι η συνέχεια του εαυτού του που υπήρξε κάποτε, είναι πια ένας άλλος άνθρωπος. Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί χρειάζεται να περάσει κανείς μέσα από τον θάνατο για να γνωρίσει τον καλύτερο εαυτό του, όπως πιστεύει ότι έχει τώρα συμβεί και να μην τον έχει γνωρίσει χωρίς να έχει φοβηθεί και τρομάξει.
Θ.Ν.: Κυρία Βλαστού, θα θέλατε να αναφερθείτε σε ακραίες περιπτώσεις ασθενών;
Κ.Β.: Συνήθως πρόκειται για τροχαία ατυχήματα και για προβλήματα που δημιουργούνται με τα άκρα, καθώς και για προβλήματα όπως αυτό που παρουσιάστηκε στην κ. Μαστορίδου. Είχε έναν όγκο, έναν κακοήθη καρκίνο του δέρματος που είχε φτάσει σε απίθανα μεγάλες διαστάσεις. Κινδύνευε πραγματικά η ζωή της, γιατί είχε διαβρώσει ακόμη και το οστούν του κρανίου και είχε φτάσει στις μήνιγγες. Ηρθε όμως στο νοσοκομείο σε ένα στάδιο που ήταν ακόμα θεραπεύσιμος. Με τη βοήθεια του νευροχειρουργού έγινε, αφού προηγήθηκε χημειοθεραπεία, μια ευρεία εκτομή της περιοχής που στη συνέχεια καλύφθηκε με αυτό που στην πλαστική χειρουργική ονομάζουμε «ελεύθερο κρημνό».
Θ.Ν.: Κρημνός, δηλαδή γκρεμός;
Κ.Β.: Πιθανόν να πρόκειται για την ίδια ρίζα. Κρημνός ονομάζεται κάθε τμήμα ιστού που μπορούμε να μεταφέρουμε σε ένα άλλο σημείο του σώματος. Το λέμε «ελεύθερο κρημνό» γιατί το αποχωρίζουμε τελείως σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, μαζί όμως με τα αγγεία που το τρέφουν. Το μεταφέρουμε σε μιαν άλλη περιοχή και εκεί γίνεται αναστόμωση, συρραφή των αγγείων προκειμένου να λειτουργήσει. Είναι μια τεχνική που άρχισε να εφαρμόζεται περίπου πριν από πενήντα χρόνια και έδωσε με την εξέλιξή της, όπως σημειώθηκε όλα αυτά τα χρόνια, μιαν άλλη διάσταση στην πλαστική χειρουργική, την επανορθωτική πλαστική χειρουργική. Μας επιτρέπει να καλύπτουμε ελλείμματα που σε προηγούμενα χρόνια ήταν σχεδόν αδύνατον να καλυφθούν, ή απαιτούσαν πολλές επεμβάσεις, με πιθανότητες επιτυχίας πολύ μικρότερες. Είναι η λεγόμενη μικροχειρουργική, χειρουργική δηλαδή με μικροσκόπιο.
Θ.Ν.: Η συρραφή γίνεται με μικροσκόπιο;
Κ.Β.: Ακριβώς. Γιατί τα αγγεία είναι της τάξεως του ενός ή του ενάμισι χιλιοστού (καμιά φορά και μικρότερα ακόμη) και χρειάζεται προκειμένου να ραφτούν το μικροσκόπιο για να τα μεγεθύνει. Το μικροσκόπιο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από ωτορινολαρυγγολόγο το 1921. Χρειάστηκε όμως να περάσουν παρά πολλά χρόνια ώσπου να μπει στην καθημερινή πράξη της χειρουργικής. Συνέβη τη δεκαετία του ’60, έκτοτε όμως εξελίχθηκαν τόσο πολύ τα μικροσκόπια και οι τεχνικές που μας έδωσαν πραγματικά φτερά.
Θ.Ν.: Κυρία Μαστορίδου πιστεύετε στον Θεό;
Ε.Μ.: Ανέκαθεν πίστευα στον Θεό αλλά μετά την περιπέτειά μου – όσο και αν δεν ακούγεται ωραία – πιστεύω ακόμη περισσότερο. Πάντα έκανα την προσευχή μου, θυμάμαι όμως πως όταν μπήκα στο χειρουργείο η προσευχή είχε ένα άλλο νόημα. Συνήθως όταν δεν πιστεύεις στον Θεό θεωρείς ότι είσαι πολύ ισχυρή προσωπικότητα, στην πραγματικότητα όμως αδικείς τον εαυτό σου.
Θ.Ν.: Να κάνουμε την ίδια ερώτηση και σ’ εσάς κ. Βλαστού;
Κ.Β.: Η απάντησή μου θα ήταν παρόμοια με της κ. Μαστορίδου. Πιστεύω ότι υπάρχει μια υπέρτατη δύναμη που μας καθοδηγεί και μας κυβερνάει. Αλλά το θέμα της πίστης στον Θεό είναι τόσο προσωπικό που δεν έχει σχέση ακόμη και με ό,τι θα σου πει ένας ιερωμένος. Τον Θεό τον βρίσκει ή τον χάνει ο καθένας μόνος του.
Θ.Ν.: Πότε είναι ο φόβος μεγαλύτερος, όταν ξέρει ή όταν δεν ξέρει ο ασθενής τι του συμβαίνει;
Ε.Μ.: Φυσικά και είναι μεγαλύτερος ο φόβος όταν ξέρεις τι σου συμβαίνει και όταν νιώθεις ότι η ζωή σου τελειώνει και πως αύριο δεν θα υπάρχεις. Γυρίζεις πίσω στη ζωή σου, αναλογίζεσαι τα πράγματα που θα ήθελες να έχεις κάνει και δεν πρόλαβες να τα κάνεις, σκέφτεσαι αν έχεις στενοχωρήσει ανθρώπους και αν σου μένει πια χρόνος να πας κοντά τους, να τους μιλήσεις, να τους ζητήσεις συγγνώμη. Το αίσθημα όμως όταν ξέρεις τι ακριβώς σου συμβαίνει και τι σε περιμένει είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί ή μάλλον δεν περιγράφεται. Οταν δεν ξέρεις τι συμβαίνει, είσαι σχετικά ήσυχος. Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως πάντα κάτι συμβαίνει στη ζωή που μας επαναφέρει στην «τάξη».
Κ.Β.: Αν το θέμα που συζητάμε έχει σχέση με το αν πρέπει ή δεν πρέπει να λέγεται η αλήθεια στον άρρωστο, προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να λέγεται. Υπάρχουν όμως πολλοί τρόποι για να πεις μιαν αλήθεια. Μπορείς να την πεις και να μην πανικοβληθεί ο ασθενής ή να του την πεις και να θέλει να πηδήσει από το παράθυρο – αν και του λες ουσιαστικά το ίδιο ακριβώς πράγμα. Εκείνο όμως που δεν πρέπει να γίνεται είναι να κάνεις τον ασθενή να χάνει την ελπίδα του. Ο ασθενής πάντα ελπίζει ότι κάτι μπορεί να συμβεί. Και αφού υπάρχουν τα μέσα που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε σχεδόν το καθετί ή να βελτιώσουμε την κατάσταση του ασθενούς ή να του παρατείνουμε έστω και λίγο τη ζωή, χρειάζεται να δίνουμε έμφαση σε αυτά ακριβώς τα στοιχεία που δεν σημαίνουν τίποτα άλλο παρά ελπίδα. Χωρίς όμως ταυτόχρονα να λέμε ψέματα. Κατ’ αρχάς ο ασθενής καταλαβαίνει τι έχει, όλοι σχεδόν οι ασθενείς είναι σίγουροι για το τι ακριβώς συμβαίνει. Στην εποχή μας δεν υπάρχει κανείς που να είναι τόσο ανίδεος ώστε να τον στέλνεις για χημειοθεραπεία και ταυτόχρονα να σε πιστεύει επειδή τον διαβεβαιώνεις πως αυτό γίνεται για να υπάρχει μια σιγουριά. Αν και πολλές φορές οι ασθενείς δεν εκφράζονται και δεν θα τους ακούσεις να λένε ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα από αυτά που τους είπαν, στην πραγματικότητα ξέρουν τι συμβαίνει. Χρειάζεται όμως οι ασθενείς να γνωρίζουν την αλήθεια, γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο για τον γιατρό να λέει σε έναν ασθενή «ξέρεις, δεν έχεις τίποτα, αλλά χρειάζεται να σε χειρουργήσω και να σου κόψω το μισό σου το κεφάλι». Υπάρχει όμως πάντα μια αχτιδούλα φωτός που τη δίνει η ελπίδα. Τώρα αν έχουμε φτάσει σε ένα τελικό στάδιο, ο ασθενής το ξέρει ήδη από μόνος του. Αλλά και τότε ακόμη, μιλώντας του, μπορείς να απαλύνεις τον πόνο του. Δυστυχώς είμαστε όλοι θνητοί, κάποτε θα έρθει το τέλος για όλους μας.
Θ.Ν.: Κυρία Μαστορίδου, είχατε ανθρώπους κοντά σας την περίοδο της αρρώστιας σας;
Ε.Μ.: Είχα τα παιδιά μου, τον σύζυγό μου, τους φίλους μου, τους πραγματικούς φίλους, γιατί δεν είναι φίλοι όσοι τους λογαριάζουμε ως τέτοιους ενώ είμαστε υγιείς. Αλλά είχα και τους γιατρούς που με βοήθησαν ηθικά και με στήριξαν ψυχολογικά σε βαθμό που, για να πω την αλήθεια, δεν με ενδιέφερε αν θα έβλεπα τους δικούς μου.
Θ.Ν.: Κυρία Βλαστού, έχετε αντιμετωπίσει ασθενείς με ακραία συμπτώματα φόβου;
Κ.Β.: Υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται πάρα πολύ. Δεν θυμάμαι όμως ασθενή που να έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο φοβίας που να μην αντιδρά σωστά ή να θέλει να αυτοκτονήσει. Οταν φτάνει κανείς σε ένα τέτοιο επίπεδο, υπάρχει συνήθως ένα υπόβαθρο από πριν. Δεν είναι δηλαδή ο φόβος της νόσου που τον προκαλεί, απλά ίσως τον επιτείνει. Οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντέξουν πάρα πολλά πράγματα. Το θέμα είναι να τους βοηθάμε όχι μόνο με τα φάρμακα και τις τεχνικές αλλά και ψυχολογικά ώστε να μπορούν να τα βγάλουν πέρα.
Θ.Ν.: Κυρία Βλαστού, τι ζώδιο είστε;
Κ.Β.: Παρθένος. Γιατί;
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.