Το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του παγκόσμιου πολιτισμού είναι τα ομηρικά έπη και το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που αναφέρεται στην ξενιτιά και στη νοσταλγία της γενέθλιας γης είναι η ομηρική «Οδύσσεια». Εκτοτε έχουν περάσει περίπου 2.800 χρόνια και οι νόστοι, η ξενιτιά και ο πόθος της επιστροφής έχουν τροφοδοτήσει την παγκόσμια λογοτεχνία, δημώδη και λόγια. Κεντρική έννοια στην «Οδύσσεια» είναι το «νόστιμον ήμαρ», δηλαδή η ημέρα της επιστροφής στην πατρίδα, διότι «νόστος» (και νοσταλγία) δεν είναι η επιστροφή οπουδήποτε αλλά στην πατρίδα.
Είναι προς τιμή του Χουβαρδά που ενέταξε στο ρεπερτόριο του Εθνικού το συνταρακτικό κείμενο «Πατρίδες» των Ρέππα – Παπαθανασίου. Σε μια εποχή όπου μπαχαλάκηδες ψευτοδιανοούμενοι παίζοντας εν ου παικτοίς χλευάζουν και λοιδορούν κάθε έννοια πατρίδας και πατριωτικού αισθήματος, όταν οι πάσης φύσεως εγχώριοι κερδοσκόποι ταυτίζουν την πατρίδα με την παρτίδα και η ομολογία στα κοινά ιδεώδη ενός ιστορικού λαού έγινε για κάποιους εξωχώριους (οφσόρ) της λαμογιάς ομόλογα, δύο επιτυχημένοι κυριολεκτικά λαϊκοί συγγραφείς, δηλαδή άνθρωποι που ξέρουν τι σημαίνει καημός, νόστος, κλάμα του λίκνου και ρόγχος θανάτου στην πατρική εστία, αποφάσισαν να μας χαρίσουν ένα άκουσμα και ένα ντοκουμέντο για το άλγος του ξενιτεμένου και τη λαχτάρα της επιστροφής στις ρίζες του.
Τι πιο συνταρακτικό να ακούς από Ελληνες και ξένους της προσφυγιάς και της μετανάστευσης με απλά, δακρυόεντα λόγια να συλλαβίζουν στο ιδίωμά τους τούς στίχους του Κάλβου, ενός τραγικά ξενιτεμένου μεγάλου μας ποιητή: «Ας μη μου δώσει η μοίρα μου / εις ξένην γην τον τάφον / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα».
Οι δύο έξοχοι και τίμιοι με την ταυτότητά τους έλληνες συγγραφείς έκαναν μια υπέρτατη θυσία ακολουθώντας τη συμβουλή του Σεφέρη, που έγραφε πως οι μέτριοι ποιητές μιμούνται, οι μεγάλοι ποιητές αντιγράφουν!
Ετσι, οι Παπαθανασίου – Ρέππας έσβησαν την προσωπικότητά τους, την αισθητική τους, την ιδεολογία τους (δηλαδή την ψευδή τους συνείδηση), για να προβάλουν τον ανόθευτο, καίριο, αφοπλιστικά και κυριολεκτικά ουσιώδη λόγο ελλήνων και ξένων μεταναστών. Και όταν ακούς τα βάσανα και τα δεινά ενός έλληνα μετανάστη στην Αμερική, στη Γερμανία, στην Αυστραλία και τα δεινά ενός Αφγανού ή ενός Πακιστανού στην Ελλάδα τού σήμερα, αν αφαιρέσεις τον αφηγητή, δεν μπορείς να στοιχηματίσεις ούτε ένα στα χίλια αν είναι Ελληνας ή Αφγανός. Το μόνο που με ασφάλεια θα στοιχηματίσεις ότι μιλά ένας ξεριζωμένος, ένας εξόριστος σε άλλο τόπο και ένας αθεράπευτα νοσταλγός του ομιλούντος τοπίου του.
Δίπλα στο έξοχο «Συναξάρι του Κορδοπάτη» του Βαλτινού έστησε συνάζοντας ράκη παθών το «Συναξάρι του Γιώργου, του Αχμέτ, της Αϊσέ». «Να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του ανθρώπου», γράφει ο Παπαδιαμάντης και μας φέρνει στον νου τον ξεπεσμένο στην Αθήνα του 1896 δερβίση που παραπεταμένος σ’ έναν λάκκο απέναντι από το Θησείο, νοσταλγεί την πατρίδα και με τον πράο, γλυκύ ήχο του νάι του ενώνει σε μια μελωδία αρχαίους ναούς, βυζαντινά εξωκλήσια, τζαμιά και τεκέδες.
Προσωπικά είμαι ευγνώμων στους Ρέππα – Παπαθανασίου που αγώνες λοιδορούμενοι σαράντα χρόνια για ιθαγένεια παντός ανθρώπου δικαιώνονται.
Στον λιτό χώρο με στοιχεία αναχώρησης, ταξιδιού και επιστροφής, που έστησε ο Δαγκλίδης, με τους σοφούς φωτισμούς του Μπιρμπίλη και τη μουσική φροντίδα του Τσεβά, με την επί σκηνής παρουσία τους οι ηθοποιοί με την καθοδήγηση των δύο συγγραφέων μετουσίωσαν σκηνές πένθους, διωγμών, ταπείνωσης, αυτογνωσίας και προσδοκίας σε αισθητικά θεατρικά γεγονότα μεγίστης ταραχής.
Θα ξεχωρίσω τη συνταρακτική Ανδρεαδάκη και τους αλλοδαπούς Μπακάρ, Αρίφ, Χοσεϊνί και θα τιμήσω με τον απεριόριστο θαυμασμό μου για την προσφορά τους στο ανθρώπινο ήθος τον Ταξιάρχη Χάνο, την Ελένη Κοκκίδου, τον Τσεβά, τον Σταύρο Καραγιάννη, τον Θανάση Ευθυμιάδη.