Εχει παίξει παρανοϊκούς, ψυχοπαθείς και κακούς όσο λίγοι στο σινεµά. Ωσπου κάποια στιγµή, πολύ λογικά, ο Κρίστοφερ Γουόκεν είπε όχι άλλο, καιρός να κάνει και λίγο τον καλό.
«Αυτό είπα στον ατζέντη µου. Θέλω να παίξω τον οικογενειάρχη µε τα παιδιά, το σπίτι, τον σκύλο, όλο αυτό. Εντάξει, είπε αυτός, θα το κάνουµε». Επέστρεψε µε το θεατρικό «Α Βehanding in Spokane».
«Είναι ο οικογενειάρχης µε τα παιδιά και τα σκυλιά και το ωραίο σπίτι;» ρώτησε ο Γουόκεν. «Οχι, αλλά διάβασέ το», επέµεινε εκείνος. Ο Γουόκεν διάβασε το θεατρικό – δεν ήταν ακριβώς αυτό που φανταζόταν – αλλά πήρε τον ρόλο. Τώρα αυτός ο ρόλος, ο Καρµάικλ στο «Α Βehanding in Spokane» τον φέρνει υποψήφιο για βραβείο Τόνι, ως καλύτερο ηθοποιό.
«Το έργο µιλάει για το καλό, πίσω από τη σκληρή και την τραχιά του γλώσσα», λέει. «Μου αρέσουν όλοι οι χαρακτήρες. Είναι άνθρωποι του περιθωρίου, που µε τον τρόπο τους παλεύουν, και είναι τίµιοι» θα πει ο Γουόκεν στους «Νew Υork Τimes». «Δεν είναι τρελοί, είναι (κάνει µια µεγάλη παύση) παράξενοι».
Ο παράξενος χαρακτήρας για τον Κρίστοφερ Γουόκεν αυτή τη φορά είναι ο Καρµάικλ, ένας συνεσταλµένος και απόµακρος άνθρωπος, ο οποίος ψάχνει ανάµεσα σε εµπόρους που διακινούν πτώµατα, για το αριστερό του χέρι από τότε που του το έκοψαν πριν από 47 χρόνια. Το έργο ξετυλίγεται στον σχεδόν πραγµατικό χρόνο των 90 λεπτών µέσα σε ένα δωµάτιο φτηνού ξενοδοχείου, όπου ο Καρµάικλ έρχεται αντιµέτωπος µε δύο απατεώνες, τους οποίους παίζουν ο Αντονι Μακί και η Ζόε Καζάν, και έναν ενοχλητικό υπάλληλο ξενοδοχείου, τον οποίο παίζει ο Σαµ Ρόκγουελ. Διάλο γοι και καταστάσεις όπου αντανακλούν το µαύρο χιούµορ του συγγραφέα Μάρτιν ΜακΝτόνα.
Την προηγούµενη φορά που είδαµε τον Γουόκεν στη σκηνή ήταν το 2000 στο µιούζικαλ «James Joyces Τhe Dead» όταν επίσης ήταν υποψήφιος για βραβείο Τόνι. Παρότι µάλιστα στο έργο ο Καρµάικλ είναι γύρω στα 45, ο συγγραφέας Μάρτιν ΜακΝτόνα και ο σκηνοθέτης Τζον Κράουλι είπαν πως δυσκολεύτηκαν να βρουν τον ηθοποιό που θα ταίριαζε αλλά και θα ήθελε τον ρόλο. Αποδεικνύεται όµως πως ο Γουόκεν ήταν ιδανική επιλογή. Αν µη τι άλλο ήταν ο στρατιώτης που έπαιζε τη ρώσικη ρουλέτα στον «Ελαφοκυνηγό» (1978) και τον παραπλανητικό αλλά στοργικό πατέρα στο «Πιάσε µε αν µπορείς» (2002) – είχε προταθεί για Οσκαρ και για τους δύο ρόλους, κέρδισε για τον «Ελαφοκυνηγό».
Είναι ο Καρµάικλ τώρα ένας ρόλος κοµµένος στα µέτρα του; «Κατ αρχάς είµαι προληπτικός, εννοώ πως στη δουλειά µου και παντού σταυρώνω πίσω από την πλάτη µου τα δάκτυλά µου. Δεν έχω σιγουριά ή εµπιστοσύνη σε τίποτε και αυτό υποθέτω έχει να κάνει µε το ότι ξεκίνησα την ηθοποιία από σύµπτωση. Ηµουν χορευτής στην αρχή. Ακόµη και τώρα µου φαίνεται περίεργο να συστήνοµαι ως ηθοποιός. Θεωρώ τον εαυτό µου περισσότερο ερµηνευτή».