Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΡΟΦΟΔΟΤΕΙ
ΣΥΝΕΠΩΣ ΤΟΝ ΜΥΘΟ. Ο ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΣ
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΝΤΑΡΕ ΑΠΕΦΥΓΕ ΕΠΙΜΕΛΩΣ
ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΕΙ ΜΕ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΠΩΡΗ
ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ, ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ. ΤΩΡΑ ΑΝΑΖΗΤΑ ΤΟΝ
ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ- ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει κοινότοπο αυτό το ατύχημα καθ΄ οδόν προς το αεροδρόμιο της Βιέννης, όπου τραυματίζεται ο ταξιτζής και χάνουν τη ζωή τους οι δύο επιβαίνοντες. Όμως τα θύματα τραβούν αμέσως την προσοχή των μυστικών υπηρεσιών Σερβίας και Αλβανίας. Εκείνος, ο Μπεσφόρτ Υ., είναι ένας κοσμοπολίτης, αναλυτής στο Συμβούλιο της Ευρώπης, φανατικός πολέμιος του Μιλόσεβιτς και αρχιτέκτονας των βομβαρδισμών της Σερβίας, ιδίου βεληνεκούς με τον Κλίντον και την Ολμπράιτ (!), που ταξιδεύει διαρκώς μεταξύ Σέρατον και Χίλτον, Παρισίων και Κοπεγχάγης. Εκείνη, η Ροβένα, μια νεαρή καλλονή αμφιβόλων λοιπών προσόντων, τον παρακολουθεί ενίοτε στην πολυτελή νομαδική ζωή του, αφού παραμυθιάζοντας έναν διπλωμάτη έχει βρει ένα πόστο σταζιέρ στο Γκρατς της Αυστρίας, όπου και παραμένει επ΄ αόριστον. Δεν λέει ποτέ όχι στις προσκλήσεις του, καταναλώνει χιλιομετρικές αποστάσεις και καλά γαλλικά κρασιά, σπανίως τον απατά προσδοκώντας διακαώς να τη νυμφευθεί, γεύεται τον λεσβιακό έρωτα και κάποτε ανακαλύπτει ότι ο άντρας της ζωής της είναι μπλεγμένος με το Δικαστήριο της Χάγης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Φαινομενικά έχουμε ένα σύγχρονο πραγματολογικό πλαίσιο που επιχειρεί να γίνει ρεαλιστικό, σχεδόν νεωτερικό. Όμως το ιστορικό παρελθόν καραδοκεί. Ο ταξιτζής δεν μπορεί να αιτιολογήσει το ατύχημα. Κάτι τρομερό είδε στον καθρέφτη του αυτοκινήτου, κάτι ανεξήγητο, που τον οδήγησε στον γκρεμό. Καθώς οι αρχές σηκώνουν τα χέρια, ένας ερευνητής αγνώστων λοιπών στοιχείων κάνει υπόθεση ζωής ένα συμβάν που δεν μοιάζει καν με υπόθεση. Καθ΄ οδόν, αντί τα πράγματα να ξεκαθαρίζουν ολοένα περιπλέκονται. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο ερευνητής επιχειρεί να ανασυστήσει τις τελευταίες σαράντα εβδομάδες του ζεύγους. Αποκτάμε έτσι αίσθηση της κοσμοπολίτικης ζωής τους, των προδοσιών και διαψεύσεων, της ζήλειας και της στέρησης, ενός μεγάλου έρωτα που δεν ολοκληρώνεται για άγνωστους λόγους. Αν και δεν μαθαίνουμε πολλά για την καθημερινότητά τους κι ακόμη λιγότερα για την ψυχοσύνθεση δύο Αλβανών που ζουν την ευρωπαϊκή πραγματικότητα ύστερα από τον μακρύ χειμώνα της χώρας τους, υποψιαζόμαστε ότι κάτι βαθιά βαλκανικό αργοσαλεύει στο υπόστρωμα της ιστορίας. Μύθοι και θρύλοι, δημοτικά τραγούδια και αρχαϊκά ερωτικά πρότυπα, η έλξη του αίματος και μια ερωτική μυθολογία που μπλέκεται με τη βεντέτα και την μπέσα- εν ολίγοις τα φαντάσματα της ιστορικής αλληγορίας που κατασκεύασαν την ιδιαιτερότητα του έργου του Κανταρέ στη θαλπωρή του κομμουνιστικού καθεστώτοςπροβάλλουν με ένταση. Πρόκειται για τα ίχνη της ιστορίας που διέκρινε ο ταξιτζής στον καθρέφτη του αυτοκινήτου του και που ανακαλούν την εποχή του λαϊκού μύθου.