Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΗΝ, ΚΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΑ,
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ
ΤΟΣΟ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΣΥΡΑΝ
ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΣΟ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ
ΚΩΜΩΔΙΟΓΡΑΦΟ. Η ΑΠΟ ΣΚΗΝΗΣ ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΟΥ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ
ΝΑ ΤΟΥ ΚΑΝΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΖΗΜΙΑ ΑΠΟ
ΟΣΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΑΠΤΟΥΝ ΠΕΡΙ «ΚΑΙΝΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ»
ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
Η αλήθεια είναι πως όση διάθεση αυτοσαρκασμού κι αν έχεις, και ο ρυπαρός φιλόσοφος διέθετε μπόλικη, δεν είναι δυνατόν να σηκώσεις το βάρος του διασυρμού που υπέστη ο Σωκράτης απ΄ τον Αριστοφάνη. Και καλά να σε λένε αεροβάτη, και καλά να σε παρουσιάζουν ως πρωθιερέα της θρησκείας των νεφών.

Υποθέτω ότι αυτό που τον πείραξε περισσότερο είναι ότι στις «Νεφέλες» του ο Αριστοφάνης τον εμφανίζει ως επαγγελματία σοφιστή, ο οποίος πουλάει στους πελάτες του την ευγλωττία που τους επιτρέπει να ξεφεύγουν και να κάνουν ένα σωρό απάτες. Στην περίπτωση που ο μαθητής του θέλει να του διδάξει με ποια λογοπαίγνια θα γλιτώσει από τους πιστωτές του. Με δυο λόγια τον κατηγορεί για αυτά που ο ίδιος κατηγορούσε τους σοφιστές.

Μήπως ο Αριστοφάνης ήταν πιο κοντά στην αλήθεια από ό,τι ο Πλάτων, ή ο Ξενοφών που ιχνογραφούν μιαν εξιδανικευμένη προσωπογραφία του φίλου τους; Ας αφήσουμε κατά μέρος αυτήν και ένα σωρό άλλες υποθέσεις που προκύπτουν αν προσπαθήσεις να διαβάσεις τις μαρτυρίες αποκρυπτογραφώντας και ό,τι αποσιωπούν. Ας αφήσουμε κατά μέρος και την πολιτική διάσταση της όλης υπόθεσης. Ας αφήσουμε κατά μέρος και την ψυχολογική, αυτήν που καταθέτει ο Λίο Στράους στο έργο του «Ο Σωκράτης και ο Αριστοφάνης» όπου προβάλλει κάποια σχέση αντιζηλίας: ο κωμωδιογράφος ζήλευε τον φιλόσοφο γιατί εκείνος δεν είχε ανάγκη από τα χειροκροτήματα του πλήθους από τα οποία εξαρτιόταν η τέχνη του.

Κι ας μείνουμε για λίγο σε μια λεπτομέρεια. Η δίκη του Σωκράτη γίνεται το 399 π.Χ. και τις «Νεφέλες» του ο Αριστοφάνης τις ανέβασε στη σκηνή του θεάτρου του Διονύσου το 423π.Χ., είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν. Αν σ΄ αυτό συνυπολογίσουμε και το γεγονός πως το έργο απέτυχε παταγωδώς- πήρε την τρίτη θέση τη χρονιά εκείνη- όπως απέτυχε και η επανάληψή του μερικά χρόνια αργότερα, τότε είναι να απορεί κανείς γιατί ο Σωκράτης αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον «γελοίο» του εαυτό τη στιγμή που έχει να αντιμετωπίσει τόσο σοβαρές κατηγορίες από τις οποίες εξαρτάται, και το ξέρει, η ίδια του η ζωή.

Η αλήθεια είναι ότι οι κατήγοροί του, ο Άνυτος, ο Μέλητος και ο Λύκων, αναπαράγουν ούτε λίγο ούτε πολύ αυτά που του αποδίδει ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες» του. Μόνον που εδώ η κωμωδία έχει γείρει επικίνδυνα προς την τραγωδία και τη θέση της σκηνής του θεάτρου την έχει πάρει η σκηνή της πραγματικής ζωής. Γιατί πάει τόσο πίσω, και γιατί υπενθυμίζει την κωμική εκδοχή του εαυτού του;

Μπορεί να θέλει να υπεκφύγει, θα μου πείτε. Μπορεί να μη θέλει να απολογηθεί για τα πεπραγμένα του φίλου του Κριτία, του άθλιου επικεφαλής των Τριάντα Τυράννων που κόντεψε να αποκάμει ό,τι είχε απομείνει από την Αθήνα μετά την ήττα της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Και σίγουρα δεν έχει καμιά διάθεση να αναφερθεί στον άλλο περιώνυμο φίλο του, τον αλλοπαρμένο Αλκιβιάδη ο οποίος, με τη γοητεία του, έσυρε τον στόλο ώς τη Σικελία κι από κει στην καταστροφή.

Δεν ήταν αφελής και ήξερε πολύ καλά πως πίσω από τις κατηγορίες κρυβόταν και ο ζόφος που είχαν απελευθερώσει οι δύο πολιτικές τερατογενέσεις, τα άξια τέκνα της σκέψης του. Πλην όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όλα παίζουν σ΄ αυτήν την υπόθεση, και η πολιτική, και τα θρησκευτικά αισθήματα της δημοκρατίας, και η ψυχολογία. Ας μην ξεχνάμε ότι στην «Απολογία» του ο Σωκράτης είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που απευθύνεται στο πλήθος των συμπολιτών του. Κι αν ο Πλάτων είναι μεγάλος συγγραφέας, και η «Απολογία» ένα αξεπέραστο λογοτεχνικό αριστούργημα, αυτό οφείλεται, εκτός των άλλων, ότι μέσα σε λίγες σελίδες μαζεύει όλες αυτές τις υποθέσεις αφήνοντας στο τέλος ανοιχτή μια άλλη, άρρητη, η οποία εντέλει θα κρίνει και τα πράγματα.