«Όλα είκοσι ευρώ». «Όλα εννιά ευρώ και ελληνικά». «Όλα πέντε ευρώ». Επιγραφές στις βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες ελληνικές πόλεις διαφημίζουν ρούχα και αξεσουάρ καλής ποιότητας τα οποία προσφέρονται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Τα μαγαζιά αυτά αυξάνονται το τελευταίο χρονικό διάστημα προσελκύοντας έξυπνους καταναλωτές που συνεχίζουν να ψωνίζουν χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στην ποιότητα αλλά και χωρίς να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη παρά την κακή ψυχολογία που επικρατεί στην αγορά.

Η κ. Βιβή Καραγιαννίδου επισκέπτεται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα ένα τέτοιο κατάστημα στο Παγκράτι. «Ο πρώτος λόγος που επιλέγω να κάνω τα ψώνια μου εδώ είναι η πολύ καλή ποιότητα των ρούχων», λέει στα «ΝΕΑ». Προσθέτει βέβαια ότι «και η τιμή είναι ιδιαίτερα ελκυστική. Με εννιά ευρώ μπορώ να πάρω ό,τι μου αρέσει». Φούστες, παντελόνια, μπλούζες, φορέματα, αλλά και κάθε είδους αξεσουάρ- από κοσμήματα μέχρι τσάντες- μπορούν να βρουν οι πελάτισσες στο κατάστημα της οικογένειας Πιπέρη. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η κ. Βούλα Πιπέρη:

«Δίνουμε μεγάλη έμφαση στην ποικιλία και την ποιότητα. Έχουμε σχεδόν καθημερινή τροφοδοσία και φυσικά προσπαθούμε να ακολουθούμε τις τάσεις της σεζόν».

Η ιδέα γεννήθηκε περίπου ενάμιση χρόνο πριν και ενώ δεν είχε εμφανιστεί η οικονομική κρίση, αποδείχθηκε προφητική. «Σαν να περιμένανε την οικονομική κρίση! Το μαγαζί τελικά ήταν πολύ έξυπνη κίνηση όχι μόνο για μας, αλλά και για τους καταναλωτές», λέει η κ. Πιπέρη. Οι χαμηλές τιμές για κάποιους μπορεί να σηματοδοτούν την κακή ποιότητα των προϊόντων, όμως αυτό δεν ισχύει για τη δική της αλυσίδα καταστημάτων: «Όλα τα ρούχα είναι ελληνικά και μάλιστα από βιοτεχνίες οι οποίες προμηθεύουν κυρίως καταστήματα του εξωτερικού. Από το εμπόρευμα που εξάγουν μένει πάντα κάτι. Εμείς το παίρνουμε σε χαμηλή τιμή, κάτι που μας επιτρέπει να πουλάμε φθηνά, αλλά να έχουμε και κέρδος», δηλώνει.

Ποιο είναι το μυστικό
Και τα τρία καταστήματα αυτής της λογικής που διατηρεί πηγαίνουν αρκετά καλά και δεν έχουν επηρεαστεί καθόλου από την κρίση. Το μυστικό είναι πολύ απλό: «Το κέρδος μας βασίζεται στην κατανάλωση και όχι στην υπερκοστολόγηση των προϊόντων. Οι χαμηλές τιμές μάς εξασφαλίζουν την κατανάλωση και έτσι και οι πελάτισσες είναι ικανοποιημένες και εμείς κερδίζουμε», λέει.

Η τάση των φθηνών ρούχων που επέβαλε η οικονομική κρίση επεκτάθηκε και σε άλλα είδη. Εκτός από ρούχα υπάρχουν και μαγαζιά με κοσμήματα, τα οποία πωλούν τα πάντα στην τιμή των 5 ευρώ. Ένα από αυτά α νήκει στην κ. Βασιλική Μπεκιάρη, η οποία όπως λέει: «Άρχισα να πουλάω σε χαμηλές τιμές, αλλά και πάλι η ανταπόκριση του κόσμου δεν ήταν η αναμενόμενη. Ακόμη και στις εκπτώσεις, που έβαλα όλα τα κοσμήματα 50% κάτω, η κίνηση δεν ανέβηκε σημαντικά. Και είναι λογικό από τη στιγμή που τα κοσμήματα δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδών πρώτης ανάγκης». Η επόμενη κίνησή της λοιπόν ήταν να ρίξει τις τιμές τόσο ώστε να γίνουν πραγματικά δελεαστικές: «Εδώ και τρεις εβδομάδες πουλώ τα πάντα στην τιμή των 5 ευρώ. Αμέσως η κίνηση στο μαγαζί ανέβηκε κατακόρυφα. Πολλοί με ρωτούν γιατί είναι τόσο φθηνά. Η απάντηση είναι απλή: Πιστεύω ότι η κατανάλωση φέρνει το κέρδος.


Το «φθηνό» είναι πια στη μόδα

Η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει επηρεάσει και τη μόδα. Η υψηλή ραπτική ήταν από τα πρώτα θύματα. Ο οίκος Ferre για παράδειγμα χρεοκόπησε, ενώ αρκετοί σχεδιαστές έχουν εγκαταλείψει τα πανάκριβα υλικά και υφάσματα.

Γι΄ αυτό οι φθηνές δημιουργίες, σύμφωνα με αμερικανικές και βρετανικές εφημερίδες, έχουν πλέον απενοχοποιηθεί στυλιστικά. Μάλιστα πολλοί προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι το «φθηνό» είναι πια στη μόδα. Μια ακόμη αιτία για τη στροφή αυτή, η πρώτη κυρία της Αμερικής Μισέλ Ομπάμα και οι στυλιστικές επιλογές της. Το μότο της οικογένειας του προέδρου είναι «αγοράζουμε ρούχα που φοράμε», όπως έχει άλλωστε δηλώσει και η Μισέλ, όταν αποκάλυψε σε εκπομπή ότι το ρούχο της ήταν από το γνωστό αμερικανικό πολυκατάστημα J Crew. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «επίδρασής» της ήταν τον Ιούνιο του 2008 που εμφανίστηκε σε άλλη τηλεοπτική εκπομπή με ασπρόμαυρο φόρεμα της Ντόνα Ρίκο, αξίας 148 δολαρίων από κατάστημα του Σικάγου και όπως ανέφεραν οι «Sunday Τimes», σε μια μόλις ημέρα μετά πουλήθηκαν 2.000 κομμάτια.