ΜΕ ΤΥΠΟΥΣ ΟΠΩΣ «ΤΟΥ ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΝΗΣΑΝΤΟΣ»
ΚΑΙ «ΕΣΧΗΚΟΤΕΣ» ΚΑΙ «ΕΠΙΛΑΓΧΑΝΟΥΝ»,
ΤΙ ΓΛΩΣΣΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΙΛΑΜΕ; ΑΛΛΑ,
ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ, ΕΧΕΙ ΑΥΤΟ ΚΑΠΟΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ
ΣΗΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ;
Κάπως έτσι τέλειωνα την προηγούμενη επιφυλλίδα, συνοψίζοντας πράγματα που τα είπαμε πολλές φορές, μα είμαστε αναγκασμένοι κάθε τόσο να τα ξαναλέμε. Σίγουρα τα ακραία αυτά παραδείγματα δεν αποτελούν κανόνα. Μόνο που άντλησα από συγγραφείς που κανένας τους δεν αυτοχαρακτηρίζεται λ.χ. καθαρευουσιάνος, και από έγκυρα επίσης και προοδευτικά έντυπα.
Επιπλέον, η σχέση ανάμεσα σε παλαιότερες εποχές κυριαρχίας της καθαρεύουσας με τη σημερινή κάνει ακόμα πιο κραυγαλέες τέτοιες υφολογικές ακροβασίες.
Αλλά, αφού έφτασα στην αντιπαράθεση παλαιότερων εποχών με τη σημερινή, τι σημαίνει τάχα πια καθαρευουσιάνος και δημοτικιστής; Τότε να δούμε τι σήμαινε κάποτε αυτό, για τη στάση απέναντι στη γλώσσα εντέλει. Διαλέγω, όχι τυχαία, την περίοδο από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60-και λίγο πιο πριν- ώς τα μέσα της δεκαετίας του ΄70-και λίγο μετά. Όπου έχουμε: τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση
Αν αποφασίσουμε να μιλάμε ακόμα και σκέτη καθαρεύουσα, ας μιλάμε καθαρεύουσα: να το ξέρουμε όμως ότι πρόκειται για καθαρεύουσα, ότι θέλουμε καθαρεύουσα-και κυρίως γιατί τη θέλουμε
Παπανδρέου-Παπανούτσου-Ακρίτα, εισαγωγή της δημοτικής στο σχολείο· δικτατορία της 21ης Απριλίου και τέλος της σύντομης εκπαιδευτικής άνοιξης· επιστροφή από την απλή καθαρεύουσα στην αρχαΐζουσα, με ευτυχές αποτέλεσμα τη γελοιογράφησή της στον λόγο των δικτατόρων· πτώση της δικτατορίας και πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, μ΄ έναν εύλογο, βεβιασμένο εκδημοτικισμό· μεταρρύθμιση Ράλλη το 1976 με καθιέρωση της δημοτικής από την κυβέρνηση Καραμανλή.
Εκείνη λοιπόν τη διόλου μακρινή εποχή, όταν ήταν σαφής η διάκριση των στρατοπέδων καθαρεύουσας-δημοτικής, ο τότε δημοτικιστής δεν θεωρούσε εκκρεμή πλείστα όσα ζητήματα εμφανίζονται τώρα σαν καινούρια, ή θεωρούνται ακόμη ανοιχτά και αποτελούν αντικείμενο επανα(δια)πραγμάτευσης. Κανένας δημοτικιστής δεν θα έγραφε τότε ότι «στα αφτιά μου ήρχοντο οι σειρήνες ασθενοφόρου», κανένας δεν θα χρησιμοποιούσε το ρήμα λαμβάνω σε κάποια από τις πάμπολλες, καθημερινές χρήσεις που έχουμε δει (« λαμβάνω φάρμακα» κτλ.), ήταν αυτονόητο πως δεν έχουν θέση στη δημοτική τα αφικνούμαι και αναγιγνώσκω, ή και εξέρχομαι και εισέρχομαι, σε καθημερινές επαναλαμβάνω χρήσεις: ήταν λυμένα αυτά τα θέματα, παρά την ισχυρότατη επίδραση τής-νόμω επιβεβλημένης- καθαρεύουσας.
Άραέχουμε σαφή οπισθοχώρηση, που χαρακτηρίζεται από αναβίωση λόγιων στοιχείων και χρήσεων-από το συντακτικό επίπεδο και το λεξιλογικό, έως το καθαρά ορθογραφικό. Δεν πρόκειται δηλαδή για τα πλήθος λόγια στοιχεία που διατήρησε η γλώσσα στην πορεία της, αλλά για επανεισαγωγή αδρανών και νεκρών τύπων.
Αναβίωση είναι δηλαδή η περίφημη γενική σε- ούς, «της Σαπφούς», ουσιαστικά έχουμε επανεμφάνιση τύπου της αρχαίας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, μολονότι ακούω ήδη την ένσταση ότι, πώς, αλίμονο, αφού δίπλα μας είναι η οδός Σαπφούς, παραδίπλα η οδός Ηούς, η Λητούς κτλ. Είναι όμως και η οδός Σοφοκλέους, κι ωστόσο κανένας δεν αναφέρθηκε στο ταλέντο του μπασκετμπολίστα «Σοφοκλέους» Σχορτσιανίτη, όπως έγραφα στη λεζάντα της φωτογραφίας στην προηγούμενη επιφυλλίδα· είναι και η οδός Ερμού, αλλά κανείς δεν μίλησε ούτε καν για το-αρχαίο!- άγαλμα του «Ερμού» του Πραξιτέλη, ή, κατ΄ αναλογία πια προς το Σαπφώ/ Γωγώ, κανείς ποτέ δεν έκανε τον Διαμαντή στη γενική: «του Διαμαντού» ή τον Παναγή«του Παναγού»! Ολόκληρη η Θεσσαλονίκη ζει γύρω απ΄ την οδό Αριστοτέλους, κανείς όμως δεν είπε: του «Αριστοτέλους» Νικολαΐδη π.χ., ή μάλλον «Νικολαΐδου», κι ας ήταν απ΄ τους ιδρυτές του περιβόητου Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου, ούτε, ήμαρτον Θεέ μου, είπε ποτέ κανείς «το μπριζολάδικο του Τέλους», προκειμένου για τον διάσημο Τέλη στην Κουμουνδούρου-τουλάχιστον όχι ακόμα. Κάποτε δηλαδή τα απολιθώματα ήταν απολιθώματα, πολύτιμα στοιχεία και αυτά στη γλώσσα, «μη παραγωγικά» ωστόσο, αδρανή, χωρίς να επηρεάζουν παραπέρα το ζωντανό σώμα της γλώσσας.
Το ΄70 λοιπόν δεν συζητούσε κανείς αν είναι δόκιμο ή τάχα μαλλιαρό π.χ. το εγκαταλειμμένος, αντί για εγκαταλελειμμένος, για τον απλούστατο λόγο πως ήμαστανήδη εξοικειωμένοι με το εγκαταλειμμένος , και ούτε κατά διάνοια θα έγραφε κανείς τον τύπο πεπολιτισμένος! Δεν αναφερόταν κανένας στο ρόλο του Δικαιοπόλιδος, και ακόμα περισσότερο δεν θα χρησιμοποιούσε τις γενικές Αλκήστιδος και Πάριδος, και μάλιστα για σύγχρονα πρόσωπα.
Έτσι διαμορφώνεται ένας ευπρεπισμένος λόγος, αδιανόητος λίγες δεκαετίες πριν, όπου κανένας δεν θα έγραφε «η αναζήσασα όπερα», δεν θα τόνιζε «του χαμογέλου», δεν θα έλεγε πως «εισερχόμαστε στην αποψινή μετάδοση», ή «η εκκίνηση του δείπνου», δεν θα μιλούσε για «φορτηγάκι έμφορτο με πορτοκάλια».
Ξαναδιαβάζω αυτά τα εξωφρενικά που αντιγράφω εδώ και σκέφτομαι ότι δεν έχουμε ξεκολλήσει από συζητήσεις του ΄70, του ΄50, του ΄30, των αρχών του (περασμένου) αιώνα. Ας το δούμε τότε αυτό και σαν παρήγορο σημάδι, ότι όλο με μπρος και πίσω προχωράει η γλώσσα, και σίγουρα τραβάει το δρόμο τον δικό της. Ας ξέρουμε όμως ανά πάσα στιγμή, όσον αφορά έστω τα καθ΄ ημάς, την εποχή μας, ποιο είναι το μπρος, ποιο και πότε είναι το πίσω.
Αλλά εδώ ο λόγος των λαλίστατων κάποτε γλωσσονόμων είναι ανύπαρκτος. Ενώ αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, και ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, ανθεί ο διορθωτικός λόγος που στηλιτεύει τις «δημοτικιστικές ακρότητες». Ατέλειωτες ιερεμιάδες γράφονται για την αποκοπή του τελικού- ν, για τον «πουπουισμό», την αλυσιδωτή χρήση τού που, και τη «σανίτιδα», την κατάχρηση, λέει, τού σαν κτλ. Είναι η εποχή του Μπαμπινιώτη, που τότε ακόμα στηλιτεύει τη γλώσσα των νέων, η εποχή του Γιανναρά με το «Finis Graeciae», που το περιφέρει έκτοτε από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, ή του Γιάννη Καλιόρη, που κατακεραυνώνει τη «δογματοκομματοπαγή στρεβλή και βαρβαρόπλαστη δημοτική», η εποχή του ενορχηστρωμένου αγώνα για την απαξίωση των νέων ελληνικών.
Τώρα η σιωπή απέναντι στα καινούρια αλλά λογιόστροφα λάθη, συντακτικά και άλλα, είναι εκκωφαντική. Ένα μόνο παράδειγμα, μια και αναφέρθηκα στη «σανίτιδα»: είδε ποτέ κανείς να σχολιαστεί με μία έστω λεξούλα η «αντισανίτιδα», η πλήρης επικράτηση τού ως, ακόμα και σε χρήσεις που δεν υπακούουν σε όποιους κανόνες επικαλούνταν τότε οι «αντισανιστές»;
Και βέβαια υπάρχουν εξηγήσεις γιατί δεν επισημαίνονται ποτέ τα λογιόστροφα λάθη. Καταρχήν, το λέω απερίφραστα, είναι η αγαλλίαση από τη στροφή αυτή καθαυτή, αγαλλίαση που παραβλέπει, ανέχεται, για να μην πω και καλοδέχεται τέτοια λάθη. Παραπέρα, και πιο σοβαρά τώρα: το πλήθος λ.χ. των αποστράτων-επιστολογράφων της Καθημερινής, ακόμα και φιλόλογοι, απλούστατα αγνοούν πως δεν συντασσόταν ποτέ με γενική το διαφεύγω ή το μετέρχομαι και πως δεν γραφόταν ποτέ σαν δύο λέξεις το διό ή το εξαπίνης , και ίσα ίσα σπεύδουν να ενστερνιστούν τέτοια λόγια μπιχλιμπίδια που νοστιμεύουνε τον γλωσσικό χυλό τους.