Πριν από μερικές δεκαετίες οι ψαράδες δεν έμπαιναν καν στον κόπο να βγουν με τη βάρκα τους στα ανοιχτά για να πιάσουν σαυρίδια. Κι όταν στα δίχτυα τους κατέληγαν μερικά, συνήθως τα χρησιμοποιούσαν ως δόλωμα για τα μεγάλα ψάρια. Σήμερα τα σαυρίδια είναι από τους πιο δημοφιλείς μεζέδες και γίνονται ανάρπαστα όταν υπάρχουν στους πάγκους των ιχθυοπωλείων.
Ψάρια που παλαιότερα δεν έφταναν στο πιάτο του καταναλωτή, τα τελευταία χρόνια αποκτούν τους δικούς τους φανατικούς οπαδούς, και λόγω… τιμής, αλλά και διότι μειώνονται σταθερά είδη ψαριών που αφθονούσαν παλαιότερα. «Η αλήθεια είναι ότι πριν από περίπου μία δεκαετία, τα ψάρια που γνωρίζαμε δεν ήταν άλλα από τις τσιπούρες, τον γαύρο και τη σαρδέλα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχουν ιχθυοπωλεία που φέρνουν
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΔΕΝ ΜΕΤΡΑΕΙ
Ψάρια που παλαιότερα θεωρούνταν αποκρουστικά και άνοστα, σήμερα είναι πρώτα στις προτιμήσεις των καταναλωτών
ψάρια που είτε δεν τα γνωρίζαμε είτε δεν ξέραμε ότι είναι ιδιαίτερα γευστικά, αφού τα περισσότερα ήταν σχεδόν αποκρουστικά στην όψη», λέει στα «ΝΕΑ» ο συνταξιούχος κ. Γιάννης Κούπας. Καπόνια και πεσκανδρίτσες βρίσκονται πολύ συχνά στο τραπέζι της οικογένειάς του.
Όπως διαπιστώνουν ψαράδες και ιχθυοπώλες, τη θέση της τσιπούρας και της γλώσσας έχουν πλέον καταλάβει η πεσκανδρίτσα, ο σκάρος, η δράκαινα, οι μπαλάδες, ακόμη και το σαλάχι. «Υπάρχουν πελάτες που ζητούν αποκλειστικά τέτοια ψάρια, αφήνοντας για λίγο τα πιο μεγάλα και πιο δημοφιλή. Όπως λέει ο κ. Στρατής Μπουρνούς, ιδιοκτήτης ιχθυοπωλείου εδώ και είκοσι χρόνια, η τιμή παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των καταναλωτών. «Τη στιγμή που για ένα κιλό τσιπούρες οι πελάτες καλούνται να δώσουν 38- 40 ευρώ, επιλέγουν ψάρια που κοστίζουν τουλάχιστον 10 ευρώ φθηνότερα και παρόλο που στην αντίληψή τους έχουν περάσει ως δεύτερης κατηγορίας, είναι ιδιαίτερα νόστιμα».
Τα εμπορικά
Τα ψάρια αυτά, που φαίνεται να κατακτούν τις πρώτες θέσεις στην προτίμηση των καταναλωτών, ήταν ήδη γνωστά στους ψαράδες και τις οικογένειές τους. «Πιάναμε ψάρια που δεν ήταν εμπορικά και έμεναν στα αζήτητα. Αυτά που για μας πριν από μερικά χρόνια ήταν το κύριο πιάτο στο τραπέζι, σήμερα γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στους πάγκους των ιχθυοπωλείων», δηλώνει ο κ. Δημήτρης Ζάννες, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Παράκτιας Αλιείας στην Περιφέρεια Νοτίου Ελλάδος. Συμπληρώνει δε ότι υπάρχουν ψαράδες οι οποίοι βγαίνουν με τις βάρκες τους μόνο και μόνο για να ψαρέψουν σαλάχια. «Παλαιότερα όποτε κάποιο πιανόταν στα δίχτυα, το πετούσαν ξανά στη θάλασσα».
Όσο για την τιμή των νεοεισερχομένων στην αγορά ψαριών, αυτές κυμαίνονται. «Από τότε που έγιναν γνωστά και ο κόσμος τα προτιμά, οι πολύ χαμηλές τους τιμές είναι παρελθόν. Και πάλι όμως είναι φτηνότερα ψάρια από τα πρώτης διαλογής. Για παράδειγμα, για ένα κιλό καπόνια θα δώσουν 25 με 27 ευρώ ενώ υπάρχουν και τα πιο φτηνά, όπως η δράκαινα με 8- 12 ευρώ το κιλό», λέει ο κ. Μπουρνούς.
Πώς έκανα… διάσημη την πεσκανδρίτσα
ΕΒΑΛΕ ΤΗΝ ΠΕΣΚΑΝΔΡΙΤΣΑστον κατάλογο του εστιατορίου του και δημιούργησε… μόδα. «Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με γεύσεις και νέα είδη ψαριών. Έτσι, όταν πρωτοβγάλαμε σε πιάτο την πεσκανδρίτσα, είδαμε ότι η αποδοχή από τους πελάτες ήταν πολύ μεγάλη, παρ΄ όλο που οι περισσότεροι εάν την έβλεπαν στο ιχθυοπωλείο θα τρόμαζαν», τονίζει ο σεφ. Και δεν είναι το μόνο ψάρι που αποτελεί καινοτομία για το εστιατόριο του κ. Λαζάρου. «Δράκαινα ψητή, μαριναρισμένη ή με φακή, η σκορπίνα αλλά και ζαργάνα σε σχήμα πλεξούδας είναι μερικά από τα πιάτα που έχουν πέραση».
Η μόδα των εστιατορίων οδηγεί σε υπεραλίευση
«ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ τα μεζεδοπωλεία αλλά και τα εστιατόρια στην προσπάθειά τους να βάλουν στους καταλόγους τους νέα είδη και γεύσεις, ενέταξαν ψάρια που δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστά ή δημοφιλή». Με τον τρόπο αυτό έγιναν μόδα ψάρια άγνωστα έως πρότινος, σύμφωνα με τον κ. Ζάννε. Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος. «Η αλιεία και το γεγονός ότι πλέον ψαρεύουν σε όλο και μεγαλύτερο βάθος έχει φέρει στην επιφάνεια νέα είδη ψαριών, άγνωστα μέχρι στιγμής στο ευρύ κοινό», τονίζει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) κ. Κώστας Παπακωνσταντίνου.
Όπως τονίζουν επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και ψαράδες, ένας από τους βασικότερους λόγους είναι το γεγονός ότι παρουσιάζεται μείωση των πληθυσμών σε ψάρια που είναι ιδιαίτερα δημοφιλή. Όπως επισημαίνει η κ. Σοφία Τσενικλή, υπεύθυνη της εκστρατείας της Greenpeace για το θαλάσσιο περιβάλλον, οι καταναλωτές στρέφονται προς πιο άγνωστα ψάρια όπως η φρίσσα, καθώς τα αποθέματα ορισμένων ψαριών στις ελληνικές θάλασσες είναι οριακά.
Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, το 65%- 70% των ψαριών στη χώρα μας υπεραλιεύεται. Τα ψάρια που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο είναι η κουτσομούρα, η τσιπούρα, το μπαρμπούνι και ο μπακαλιάρος. «Κι ενώ όλοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα, πως έχουν μειωθεί τα ιχθυαποθέματα στις ελληνικές θάλασσες με ανυπολόγιστες συνέπειες στο θαλάσσιο περιβάλλον και τον κλάδο της αλιείας, η γονοκτονία συνεχίζεται. Η Greenpeace μάλιστα πραγματοποίησε έρευνες στις ιχθυαγορές της Αθήνας και του Πειραιά και στις ιχθυόσκαλες Κερατσινίου και Μηχανιώνας. Εκεί βρέθηκαν να πωλούνται κουτσομούρες, μπακαλιάροι, λυθρίνια και χταπόδια σε πολύ μικρά μεγέθη», σημειώνει η κ. Τσενικλή.