Πάνω από 450.000 άνθρωποι κινδυνεύουν να τραυματιστούν σε περίπτωση νέου μεγάλου σεισμού. Πρόκειται για όσους κατοικούν σε πλινθόκτιστα και λιθόκτιστα κτίρια- κυρίως παλαιά μονώροφα που κτίστηκαν με ακατάλληλους λίθους και χωματολάσπη- πριν από τη δεκαετία του ΄70 κατά κύριο λόγο σε μικρά και απομονωμένα χωριά και τα οποία δεν διαθέτουν κολόνες από μπετόν.


«Σε όλη την Ελλάδα τα λιθόκτιστα κτίρια που κατοικούνται, κυρίως από φτωχούς αγρότες, υπολογίζονται σε 150.000. Συνολικά στην Ελλάδα ανέρχονται σε 800.000, αλλά τα περισσότερα είναι εγκαταλελειμμένα», λέει στα « ΝΕΑ» ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) κ. Γιάννης Αλαβάνος. Όπως επισημαίνει, «πρόκειται για τα κτίρια στα οποία σε όλους τους σεισμούς βλέπουμε να ανοίγουν οι τοίχοι και να σκοτώνουν τους ενοίκους εάν κατοικούνται. Θεωρώ ότι για την περίπτωση αυτών των κτιρίων δεν συνιστάται η προσεισμική τους ενίσχυση και είναι προτιμότερο να εγκαταλειφθούν».

Τα σπίτια αυτά δεν ακολουθούν κανέναν αντισεισμικό κανονισμό στην κατασκευή τους. «Εδώ δεν

ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ

Πρόκειται για κτίρια στα οποία σε όλους τους σεισμούς ανοίγουν οι τοίχοι με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν οι ένοικοι

μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα προκειμένου να ενισχύσουμε αυτά τα παλιά κτίρια απέναντι σε έναν σεισμό», εξηγεί ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αρχιτεκτόνων κ. Πέτρος Γεωργακόπουλος. «Η επικινδυνότητά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν δεν έχουν καμία συνοχή μεταξύ τους προκειμένου να συμπεριφερθούν ως ένα σώμα σε περίπτωση σεισμού και η χωματολάσπη δεν είναι η κατάλληλη». Σύμφωνα με τον κ. Γεωργακόπουλο, «το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να καθαριστούν οι αρμοί ανάμεσα στις πέτρες και να γεμίσουν τα κενά με τσιμεντολάσπη. Στη συνέχεια, πρέπει οι τοίχοι εσωτερικά να ντυθούν με σίδερα πάχους 8 εκατοστών και να γεμίσουν με λάσπη χωρίς να χρησιμοποιηθεί καθόλου ασβέστης». Κατά τους ειδικούς, στα παλιά πέτρινα κτίρια μπορεί να βελτιωθεί η στατικότητα και η αντοχή τους με επεμβάσεις στα δοκάρια με μανδύα από τσιμέντο ή από σύνθετα υλικά όπως είναι τα υαλονήματα και τα υαλοϋφάσματα.

Χωρίς συνοχή

Επικίνδυνη μόδα οι αναπαλαιώσεις


ΠΡΟΒΛΗΜΑ σε επικείμενο σεισμό υπάρχει και με τις αναπαλαιώσεις παλιών πέτρινων σπιτιών που είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια, όπως υποστηρίζει ο πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών κ. Δημήτρης Παπαγιαννίδης. «Οι αναστηλώσεις είναι της μόδας. Δυστυχώς όμως γίνονται από τους τεχνίτες, τους πετράδες, χωρίς την επίβλεψη πολιτικού μηχανικού, με συνέπεια να μην εφαρμόζεται ο νέος αντισεισμικός κανονισμός που ισχύει από το 1985».

Όπως εξηγεί ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αρχιτεκτόνων, «στις αναπαλαιώσεις ένα χαρακτηριστικό λάθος που μπορεί να αποβεί πολύ επικίνδυνο για τη ζωή όσων κατοικούν σε τέτοια σπίτια είναι η αντικατάσταση των ξύλινων μεσοπατωμάτων- προκειμένου να μην ακούγεται θόρυβος από τα πατήματα- από μπετόν. Το μπετόν όμως σε περίπτωση σεισμού λειτουργεί σαν μαχαίρι που κόβει την πέτρα του τοίχου πάνω στην οποία στηρίζεται. Οι παλιοί μάστορες είχαν φροντίσει τα μεσοπατώματα να στηρίζονται πάνω σε ξύλινα δοκάρια, τα οποία με τη σειρά τους έμπαιναν σε τρύπα μέσα στην πέτρα. Έτσι, σε περίπτωση σεισμού κινούνταν ανεξάρτητα από την πέτρα του τοίχου».

Μελέτη

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΤΕΕ, «η χρησιμοποίηση της πέτρας στην αναστήλωση των σπιτιών, ιδίως στα νησιά, βοηθάει το να διατηρείται η αρχιτεκτονική κληρονομιά. Θα πρέπει ωστόσο να γίνεται βάσει μελέτης από πολιτικό μηχανικό για να είναι το κτίριο καλύτερα προστατευμένο σε περίπτωση σεισμού». Όπως επισημαίνεται από το ΤΕΕ, «για τους ιδιοκτήτες των παλιών πλινθόκτιστων και λιθόκτιστων κτιρίων προτείνεται η βαθμιαία μεταστέγασή τους μέσω ειδικών προγραμμάτων οργανωμένης δόμησης σε συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ και τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας ή θέσπιση κινήτρων για την σταδιακή κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση με διπλάσιο όγκο από την αρχική κατοικία».