Τι μπορεί να συνδέει μια ομάδα πιγκουίνων της Ανταρκτικής με μια… ντουλάπα που οδηγεί στη χώρα των θαυμάτων; Ή, ένα σύγχρονο φόνο στο Λούβρο με την προ δύο χιλιάδων ετών ιστορία του Ιησού που σταυρώθηκε διδάσκοντας την αγάπη και τη συγχώρεση; Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της μεγάλης οθόνης έγιναν ποικίλες απόπειρες σκηνοθετικής μίμησης ή απλώς ερμηνείας των Θείων Παθών και των συναφών χριστιανικών ιδεών σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κάθε εποχής.


Η περίοδος του Πάσχα αποτελούσε πάντα την καλύτερη αφορμή για την προβολή θρησκευτικών ταινιών, από τις πρώτες μέρες του σινεμά μέχρι σήμερα. Πολλά άλλαξαν σε αυτήν τη μακρινή διαδρομή, πρόσωπα, τάσεις και μηνύματα, που προσαρμόζονταν, υποκρύπτονταν ή απαντούσαν κάθε φορά ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες. Από το θρυλικό «Μπεν Χουρ» του Φρεντ Νίμπλο (1925) μέχρι τον «Βασιλέα των Βασιλέων»του Σεσίλ Ντε Μιλ (1927) και ακόμη πιο παλιά, τη «Μισαλλοδοξία» του Ντέιβιντ Γκρίφιθ (1916), ο Ιησούς περιόδευε τη γη, ακτινοβολώντας μια διαφορετικότητα εσωτερική. Το πρόσωπο διακρινόταν καθαρά, δεν γινόταν προσπάθεια για να γίνει αντιληπτό. Μετά τον «Βασιλέα των Βασιλέων», όμως, αυτό άλλαξε- η μαγική λέξη που επιβλήθηκε ήταν σεβασμός, ένας σεβασμός που ολοένα και μεγάλωνε. Το πρόσωπο έγινε ιερό και δεν ήταν πλέον δυνατόν να προσελκύσει την κάμερα. Έτσι παρέμεινε για περισσότερο από 30 χρόνια, γράφει ο Νigel Αndrews στους «Financial Τimes». Τα πλάνα ήταν μακρινά και η μορφή παρουσιαζόταν από μια γωνία λήψης στην πλάτη ή μπροστά σε ένα τοπίο. Το πρόσωπο έκανε ξανά την εμφάνισή του στην δεύτερη εκδοχή του «Βασιλέα», αρκετά χρόνια αργότερα, το 1962, με σκηνοθέτη τον Νίκολας Ρέι- γνωστό από το «Επαναστάτης χωρίς αιτία».

«Το τζίνι πετάχτηκε από το μπουκάλι και έτσι όλα πλέον μπορούσαν να συμβούν», γράφει χαρακτηριστικά ο Άντριους. Κι είναι σα να έγιναν. Την εποχή της διψασμένης για σεξουαλική απελευθέρωση κοινωνίας επιλέχθηκε ο Τζέφρεϊ Χάντερ, ο ξανθός, γοητευτικός ηθοποιός με την απαλή φωνή να υποδυθεί τον Χριστό, στον «Βασιλέα των Βασιλέων», για να πάρει τη σκυτάλη, δυο χρόνια αργότερα, το φρέσκο, μεσογειακό πρόσωπο που εμπνεύστηκε για το αριστούργημά του ο Ευρωπαίος Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ήταν ένας Ιησούς τοποθετημένος σε ένα βαθύτατα θρησκευτικό πεδίο και ταυτόχρονα αφαιρετικό. Παράλληλα ο υποδυόμενος τον Ιησού δεν είχε υπάρξει ποτέ επαγγελματίας ηθοποιός. Ο Ενρίκε Ιρατσόκι ήταν ένας απλός φοιτητής.

Η επόμενη στροφή θα έφερνε τα μιούζικαλ σε πρώτο πλάνο: «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο» («Jesus Christ Superstar») και «Godspell» (1973). Ήταν μια παρένθεση που συνεχίστηκε με την κωμωδία των Μόντι Πάιθονς, «Ένας προφήτης, μα τι προφήτης» («Τhe Life of Βrian»). «Δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής», σφυρίζουν και τραγουδούν οι εσταυρωμένοι στο φινάλε της ταινίας (το οποίο μάλιστα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά σε απόδοση Θοδωρή Κοτονιά). Αιρετικό; Στις διαμαρτυρίες που προκάλεσε η προβολή του, οι δημιουργοί απάντησαν πως ο ήρωας στην ιστορία τους δεν ήταν ο Χριστός αλλά κάποιος Μπράιαν. Ο επίσκοπος του Σάουθγουαρκ στη Βρετανία δεν πείσθηκε. Παραλλήλισε τους επιτυχημένους κωμικούς της βρετανικής τηλεόρασης με τον Ιούδα και έσπευσε να τους καθησυχάσει πως… θα έπαιρναν τελικά τα τριάκοντα αργύρια.

Ο Καζαντζάκης. Σε αυτό το κλίμα, η μίνι σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977) ήταν απλώς επιβεβαίωση ότι η Καινή Διαθήκη δεν είχε ξεχαστεί. Κι αν η πρώτη έκρηξη συνέβη με τους Μόντι Πάιθονς, η δεύτερη θα ακολουθούσε αρκετά χρόνια αργότερα. Το 1988, ο Μάρτιν Σκορσέζε προκαλεί σεισμό με τον «Τελευταίο πειρασμό». Το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη δεν αποσόβησε την κατάσταση. Ένας Μεσσίας που πάνω στον σταυρό σκέφτεται τη Μαρία τη Μαγδαληνή ισοδυναμούσε με βλασφημία. Ήταν σαν προάγγελος του σύγχρονου «Κώδικα ντα Βίντσι», είπαν ορισμένοι. Αλλά αυτό δεν λέει κάτι; Οι ρίζες της πίστης, το νόημα της θρησκείας, η αλήθεια των ιερών βιβλίων, η κατανόηση της ανθρώπινης πλευράς του Ιησού, ήταν όλα προκλητικά ζητήματα που πετάχτηκαν μαζί με το τζίνι στον κόσμο.

Ιστορία λαμπρού μαρτυρίου


«Οι δύο τάσεις που κυριαρχούν πάντως στο σύγχρονο θρησκευτικό σινεμά, ο εξανθρωπισμός του Ιησού και η περίληψη χριστιανικών θεμάτων σε μη βιβλικές ιστορίες (όπως στα «Χρονικά της Νάρνια: Το λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα» του 2005), είναι η κορυφή ενός παλιού παγόβουνου που μόλις τώρα έγινε ορατή», επισημαίνει ο Άντριους. «Οι τάσεις αυτές κεντρίζουν σήμερα την προσοχή μας όχι επειδή δεν υπήρχαν πριν, αλλά επειδή άλλες θρησκευτικές ταινίες έκοβαν κάποτε τον δρόμο. Μια ολόκληρη ιστορία λαμπρού μαρτυρίου δανείστηκε στις οθόνες και δανείζεται ακόμη από την εικονογραφία των Θείων Παθών». Τα μαζοχιστικά «Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον ήταν εξαίρεση. Είτε θα λάτρευες την αιματοβαμμένη αυτή ταινία, είτε θα τη μισούσες. Σίγουρα όμως θα συγχωρούσες τον σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί, όπως ειπώθηκε, «η πλέον ασυγχώρητη πράξη σε αυτόν τον χώρο της τέχνης του θρησκευτικού σινεμά είναι να μιλάς για τα Θεία Πάθη χωρίς πάθος».