Η αφήγηση αναπτύσσεται σε τρία μέρη, με χρονολογική σειρά. Ο Ρουάρ με γοργό αφηγηματικό ρυθμό και λιτή γλώσσα, με υποδόριο και υπονομευτικό χιούμορ που αστράφτει στις μεταφορές και ανθρωπογνωστικό έρμα παρουσιάζει μια κοινωνία και μια εποχή. Καλύτερα: τον τρόπο που μια εποχή διαμορφώνει την κυρίαρχη ιδεολογία της- και πώς αυτή η ιδεολογία, με τη σειρά της, επεμβαίνει καθοριστικά στις ζωές των ανθρώπων. Η κοινωνία που αποτυπώνει ο Ρουάρ είναι υποκριτική και ηθικολογική, όπως όλες οι ηθικοπλαστικές κοινωνίες που επενδύουν στο φαίνεσθαι και έχουν ένα βιβλικό τσιτάτο και μια απαράβατη αρχή για όλα. Ο Ρουάρ αλιεύει μια είδηση, που λειτουργεί ως συγγραφικός σπινθήρας. Δεν μπορεί να βασιστεί στην άμεση εμπειρία του ούτε στις βιογλωσσικές του προσλαμβάνουσες για να χειριστεί το θέμα του. Αυτό εξ αποτελέσματος απελευθερώνει τη μυθοποιητική μηχανή και ενισχύει τον αφηγηματικό δόλο. Άλλωστε, η λογοτεχνία δεν αναπαριστά τα πράγματα όπως ακριβώς έγιναν, αλλά όπως θα μπορούσαν να γίνουν. Ξηλώνει την πραγματική πραγματικότητα, για να φανεί από κάτω η ουσία των πραγμάτων. Τα ελατήρια των επιλογών, τα απόνερα των πράξεων, η συγκυρία που διαμορφώνει τη σκέψη και τη στιγμή. Αν μόνο οι Αμερικανοί δικαιούνταν να γράψουν για τον αμερικανικό Νότο και μόνο οι Έλληνες για τις βραχώδεις παραλίες της Αμοργού, τότε η λογοτεχνία θα ασφυκτιούσε στα λουριά του πιο στενόμυαλου εμπειρικού ρεαλισμού. Μπρρρ…