Το μεγάλο βάθος του ισχυρού σεισμού που σημειώθηκε χθες νότια από το Λεωνίδιο έσωσε την Πελοπόννησο από εκτεταμένες καταστροφές, ενώ οι σεισμολόγοι εμφανίζονται καθησυχαστικοί όσον αφορά τη μετασεισμική δραστηριότητα.
Η εστία της σφοδρής σεισμικής δόνησης, μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που έγινε αισθητή από την Κέρκυρα έως την Κρήτη και τη Νότια Ιταλία στις 7.14 χθες το πρωί, εντοπίστηκε σε απόσταση 150 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της Αθήνας σε βάθος 84 χιλιομέτρων.
«Το γεγονός ότι ο σεισμός ήταν ενδιαμέσου βάθους και όχι επιφανειακός έσωσε την ευρύτερη περιοχή της Αρκαδίας», λέει
ΑΜΕΣΗ ΕΚΤΟΝΩΣΗ
Η ενέργεια από τους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους διαχέεται σε μεγάλη έκταση και δεν ενεργοποιεί κοντινά ρήγματα
στα «ΝΕΑ» ο ομότιμος καθηγητής Γεωφυσικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαζάχος, ο οποίος επίσης εμφανίζεται καθησυχαστικός για τη σεισμική εξέλιξη. Όπως εξήγησε ο κ. Παπαζάχος στους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους τα σεισμικά κύματα εκπέμπονται σε μεγάλη απόσταση από το επίκεντρο της δόνησης και ως εκ τούτου η σεισμική ενέργεια εκτονώνεται, με την προϋπόθεση όμως ότι τα μεγέθη αυτών των σεισμών δεν θα είναι μεγαλύτερα από 7 Ρίχτερ. «Από την Αρκαδία η σεισμική ενέργεια μεταδόθηκε σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα. Σε περίπτωση που η δόνηση ήταν επιφανειακή τότε τα δεδομένα θα ήταν πολύ διαφορετικά για ολόκληρη την Ανατολική Πελοπόννησο», λέει ο κ. Παπαζάχος και διαβεβαιώνει ότι ο σεισμός του Λεωνιδίου δεν πρόκειται να διεγείρει γειτονικά σεισμικά ρήγματα, αφού η ενέργεια μεταδόθηκε σε μεγάλη απόσταση και εκτονώθηκε πλήρως. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο σεισμός του Λεωνιδίου έγινε αισθητός ως δύο διαφορετικοί σεισμοί σε μεγάλες αποστάσεις επειδή τα σεισμικά κύματα ταξιδεύουν με διαφορετικές ταχύτητες.
«Οι σεισμοί σε αυτά τα βάθη είναι ιδιαίτερα ισχυροί και γίνονται αισθητοί σε μεγάλη απόσταση. Συνήθως έχουν πολύ ασθενή μετασεισμική ακολουθία, η οποία μόνον επιστημονική αξία έχει. Κατά τη γνώμη μου δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας γι΄ αυτό ο κόσμος πρέπει να ηρεμήσει», λέει στα «ΝΕΑ» ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών κ. Γιώργος Σταυρακάκης και επισημαίνει ότι η τελευταία φορά που σημειώθηκε σεισμός τέτοιου βάθους στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν πριν από 60 χρόνια.
«Αν και δεν έχει παρέλθει το κρίσιμο 48ωρο, οι σεισμοί ενδιαμέσου βάθους- όπως αυτός στο Λεωνίδιο- δεν έχουν ισχυρούς μετασεισμούς», επισημαίνει και ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας κ. Κωνσταντίνος Μακρόπουλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών μέχρι χθες το βράδυ είχαν σημειωθεί δύο μετασεισμοί κατά τις πρωινές ώρες της Κυριακής, μεγέθους 3,6 και 3,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.
Μικρές ζημιές
Μέχρι χθες το βράδυ δεν είχαν αναφερθεί τραυματισμοί, ενώ οι ζημιές από τον σεισμό περιορίζονταν σε πτώσεις σοβάδων και μικρές ρωγμές κυρίως σε παλαιά σπίτια του Λεωνιδίου, των Πουλίθρων και των Μύλων Αργολίδας. Επιπλέον, ρωγμές έχουν καταγραφεί σε ένα σχολείο, από τα δέκα που ελέγχθηκαν χθες, και σήμερα αναμένεται να ελεγχθούν άλλα οκτώ στην ευρύτερη περιοχή. Τέλος σημειώθηκαν μικρής έκτασης κατολισθήσεις στο επαρχιακό δίκτυο της περιοχής, ενώ αναφέρθηκαν και προβλήματα υδροδότησης στις Σπέτσες, αλλά και στα Πούλιθρα λόγω της πτώσης χωμάτων μέσα στις πηγές.
«Μετασεισμική κόντρα» μεταξύ σεισμολόγων
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ότι η ανακοίνωση για το μέγεθος του σεισμού 40 λεπτά μετά τη σφοδρή δόνηση προκάλεσε κόντρα μεταξύ των επιστημόνων. Ειδικότερα, σε καταγγελίες για μεγάλες καθυστερήσεις όσον αφορά τους χρόνους ανακοίνωσης ισχυρών σεισμών προέβη χθες ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος. «Εν έτει 2008 δεν νοείται να ανακοινώνεται ύστερα από 40 λεπτά ένας ισχυρός σεισμός όπως αυτός στο Λεωνίδιο. Αν και η δόνηση σημειώθηκε στις 07.14 η ανακοίνωση από το Αστεροσκοπείο πραγματοποιήθηκε στις 07.53- και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό: στις 3 Φεβρουαρίου 2007, στις 15.43 σημειώθηκε σεισμός μεγέθους 5,8 Ρίχτερ στο Αιγαίο και το σήμα για τη Γενική Γραμματεία Πο λιτικής Προστασίας και τον ΟΑΣΠ έφυγε στις 16.26. Επίσης, στις 29 Ιουνίου 2007 σεισμός μεγέθους 5,8 Ρίχτερ στην Ηγουμενίτσα γνωστοποιήθηκε πάνω από μισή ώρα αργότερα. Αν ο σεισμός στο Λεωνίδιο ήταν επιφανειακός, και ως εκ τούτου είχε μεγαλύτερες συνέπειες, ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί έγκαιρα έτσι ώστε να αντιδράσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Γνώμη μου είναι ότι υπάρχει πρόβλημα εσωτερικής λειτουργίας», λέει ο κ. Παπαδόπουλος.
Από την πλευρά της η Διεύθυνση του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου τονίζει ότι σε περίπτωση μεγάλου σεισμού που έχει γίνει αισθητός στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας οφείλει να δίνει στη δημοσιότητα ακριβή στοιχεία, τα οποία πρέπει να έχουν επαληθευτεί από αρκετούς σταθμούς καταγραφής, διαδικασία που απαιτεί εύλογο χρονικό διάστημα. Σε αυτό συμφωνεί και ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας κ. Κωνσταντίνος Μακρόπουλος: «Αν η ανακοίνωση γίνεται μισή ώρα μετά τον σεισμό είναι μέσα στα όρια. Υπάρχουν συστήματα που σε ελάχιστο χρόνο υπολογίζουν αυτόματα τα χαρακτηριστικά του σεισμού, όμως όταν πρόκειται για μεγάλα μεγέθη καλό είναι να γίνονται ανακοινώσεις κατόπιν διασταύρωσης από πολλούς σταθμούς», αναφέρει ο κ. Μακρόπουλος. «Δεν υπάρχει έλλειψη σε εξοπλισμό- είναι περισσότερο θέμα αυτοματοποίησης. Με το ενιαίο δίκτυο σεισμογράφων, που θα ολοκληρωθεί σε 4-5 μήνες, στόχος είναι ο χρόνος της ανακοίνωσης να φτάσει σε 10-15 λεπτά», επισημαίνει ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ.
Ο «δίδυμος» σεισμός του 1948
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ισχυρός σεισμός στο Λεωνίδιο, μεγέθους 6,4 Ρίχτερ, σημειώθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1948 και πάλι πρωί (στις 8.52) και είχε και τότε ακριβώς το ίδιο επίκεντρο με το χθεσινό. Έγινε ιδιαίτερα αισθητός στην Πάτρα, και λιγότερο στο Ναύπλιο, παρά το γεγονός ότι ο Νομός Αργολίδας βρίσκεται στο επίκεντρο, μέχρι την Αθήνα και τη Λαμία, αλλά και το 1948 δεν είχαν προκληθεί σημαντικές ζημιές. «Ο χθεσινός σεισμός ήταν αντιγραφή του σεισμού του 1948», λέει ο κ. Παπαζάχος. Σε ερώτηση αν ο σεισμός του Λεωνιδίου σχετίζεται με την ισχυρή δόνηση, μεγέθους 6,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που σημειώθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2006 με επίκεντρο τον θαλάσσιο χώρο των Κυθήρων, ο κ. Παπαζάχος είπε ότι εκείνος είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. «Το εστιακό βάθος εντοπίστηκε σε απόσταση 60 και 65 χιλιομέτρων και ως εκ τούτου ήταν στο όριο μεταξύ επιφανειακών και ενδιαμέσου βάθους σεισμών, αλλά το κυριότερο ήταν ότι τότε υπήρξαν αρκετοί προσεισμοί, αλλά και μετασεισμοί», κατέληξε.
13 χρόνια μετά τον σεισμό ζουν ακόμη σε κοντέινερ
«ΕΛΠΙΖΩ να είναι οι τελευταίες γιορτές που περνάμε μέσα στα κρύα λυόμενα…». Ο 8χρονος Γιώργος Ντούρος από το Αίγιο γεννήθηκε στο κοντέινερ όπως και η αδελφή του, αφού οι γονείς του είναι σεισμόπληκτοι. Σχεδόν 13 χρόνια μετά τον καταστροφικό σεισμό του Αιγίου, περίπου σαράντα οικογένειες εξακολουθούν να διαμένουν στον οικισμό που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το σεισμό, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από το κέντρο της πόλης. Ο Δήμος Αιγίου επιχειρεί αυτή την περίοδο να διαπιστώσει ποιες οικογένειες έχουν πραγματική ανάγκη, ώστε να μεριμνήσει για τη μετεγκατάστασή τους σε σπίτια και ποιες απλώς έχουν καταλάβει παράνομα τα λυόμενα, ώστε να τους γίνει έξωση.
«Είμαστε 13 χρόνια σε αυτή την παράγκα. Κάποτε τα λυόμενα ήταν 200, τώρα λιγόστεψαν και έχουμε απομείνει λίγες οικογένειες δίχως σπίτι», αναφέρει η κ. Παναγιώτα Μούτου και συμπληρώνει: «Να δείτε που και οι πυροπαθείς τα ίδια θα πάθουν…».
Μετά τον σεισμό του 1995 εγκαταστάθηκαν στον καταυλισμό στην περιοχή Τριάντειο Αιγίου σε κοντέινερ.
«Εδώ γεννήθηκαν τα παιδιά μας κι ακόμα δεν γνώρισαν ένα ζεστό δωματιάκι», καταλήγει η κ. Μούτου. Το κλίμα είναι βαρύ στον καταυλισμό, στο στενό δρομάκι παίζουν τα παιδιά.
«Όταν τα παιδιά σε ρωτάνε “γιατί”, πρέπει να έχεις έτοιμη μια απάντηση», λέει η κ. Φωτεινή Ντούρου. Αρκετές από τις οικογένειες που διαμένουν τόσα χρόνια στα κοντέινερ δεν διέθεταν δικό τους σπίτι αλλά έμεναν με ενοίκιο, άλλοι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να τους χορηγηθούν τα προβλεπόμενα δάνεια και κάποιοι μπλέχτηκαν σε γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Όπως δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο αντιδήμαρχος Αιγίου Παναγιώτης Γούσας, «πραγματική ανάγκη έχουν μόνο 4-5 οικογένειες και ο Δήμος θα φροντίσει άμεσα να βρουν στέγη στην περιοχή».
Ο κ. Γούσας ανέφερε ότι ο χώρος ανήκει σε κληροδότημα και είχε δοθεί προσωρινά για τη δημιουργία καταυλισμού μετά τους καταστροφικούς σεισμούς το 1995. «Η διαδικασία για την αποκατάσταση όσων πραγματικά έχουν ανάγκη», κατέληξε, «θα γίνει το επόμενο χρονικό διάστημα».








