Η «Στριμωγμένη Καρδιά»και οι «Άγιοι Πάντες» από το «Δέκα μύθοι και μια ιστορία» αποτέλεσαν την αφηγηματική μαγιά, αλλά όχι το περιοριστικό πλαίσιο της κινηματογραφικής αφήγησης. Η ιστορία μετασχηματίστηκε και η δράση εμπλουτίστηκε. Με επιμέρους επεισόδια: για παράδειγμα τις δύο σκηνές, στην αρχή και το τέλος, ανάμεσα στον πατέρααρχηγό- ένας πολύ καλός Γιώργος Κιμούλης που παραπέμπει και θυμίζει δίχως να μιμείται- και τον μικρό γιο· με ανατροπές: η εξαφάνιση του μικρού Άλεξ και η συνεπακόλουθη αναζήτησή του, που δεν υπάρχει στο βιβλίο, εικονογραφεί με τον πιο εύγλωττο και έμμεσα σκωπτικό τρόπο τις πολιτικές πρακτικές της τοπικής κοινωνίας· με αλλαγές στη λειτουργία ορισμένων θεμάτων: ο Παναγάκης ισοπεδώνει όπου τους βρει τους βραδυκίνητους σκαντζόχοιρους που προστατεύει ο συχνά απείθαρχος στις πατρικές βουλήσεις και εντολές γιος του, ο οποίος σημειωτέον τολμά να δοκιμάζει τις ποιητικές ικανότητές του σε ρομαντικά στιχάκια και όχι στις μαντινάδες.
Η σχέση πατέρα- γιου
Παραμένει ωστόσο «πιστή» η δράση, στα βασικά θέματα και αφηγηματικά ζητούμενα των αρχικών κειμένων. Η σχέση πατέρα- γιου, που δοκιμάζεται μέσα από το άμετρο αίτημα του πατέρα- αρχηγού, βρίσκει και καθρεφτίζεται με περισσότερη ενάργεια στην ταινία, στο συμπληρωματικό ζεύγος, στα πρόσωπα του κομματάρχη Παναγάκη και του γιου του Πάνου, αποκαλύπτοντας και υποδηλώνοντας τις παθογένειες και την κυρίαρχη απουσία των αυτονόητων σχέσεων στη διάσημη πολιτική οικογένεια. Η «μειονεκτική», (με τα ξανθά μαλλιά και τις φακίδες στο πρόσωπο), για τα ελληνικά μέτρα και σταθμά εμφάνιση, καθώς και ο γλωσσοδέτης μπροστά σε μια γραμματική που εύκολα μπορεί να γελοιοποιήσει τον κάθε αμαθή, βρίσκουν την ευτυχή εκφορά τους στον απροσδόκητο Τεξ Παρντού.
Όσο για τη «βοή του πλήθους… τον ήχο ζωής» του αφηγητή, αυτή κυκλώνει υπαινικτικά, σαν νοσταλγικό αλλά πάντα αόρατο ρεφρέν, την (πολιτική) ομιλία που ποτέ δεν εκφωνήθηκε, προάγγελος και σηματοδότης της λογοτεχνικής μεταγραφής και εκδοχής της.