Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ,
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΕΜΒΡΙΘΕΙΣ
ΑΝΑΛΥΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ
ΜΠΡΕΧΤ ΚΑΙ ΣΤΕΝΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ
ΣΥΧΝΑ ΣΥΜΠΑΙΧΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΣΚΑΚΙ,
ΓΡΑΦΕΙ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΞΗΣ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ:
Ο ΜΠΡΕΧΤ ΕΙΧΕ ΚΑΡΦΩΜΕΝΗ
ΜΙΑ ΤΑΜΠΕΛΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ». ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΕΙΧΕ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΞΥΛΙΝΟ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ ΠΟΥ ΚΟΥΝΟΥΣΕ ΠΕΡΑ-ΔΩΘΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ. Ο ΜΠΡΕΧΤ ΕΙΧΕ ΚΡΕΜΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΤΟΥ ΖΩΟΥ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΤΑΜΠΕΛΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ: «ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΩ ΚΙ ΕΓΩ»!!
Το ότι η αλήθεια δεν είναι αφηρημένη είναι ένα αξίωμα που το αντιλαμβάνεται κανείς ως την πεμπτουσία της υλιστικής και της εμπειρικής σχολής. Το ότι όμως μια αξιωματική πρόταση πρέπει να γίνεται κατανοητή ακόμη κι από ένα πεισματάρικο και αργόστροφο γαϊδουράκι είναι ένα αίτημα κοινωνικής ηθικής.

Βλέποντας συχνά τα τελευταία χρόνια θεατρικές ερμηνείες κλασικών συνήθως έργων όπου όχι γαϊδουράκι αλλά ακόμη και έμπειρος και ξεσκολισμένος θεατής δυσκολεύεται να διεισδύσει στη σκέψη του σκηνοθέτη, ο οποίος εμφαντικά φαίνεται να ισχυρίζεται πως η πρόσληψη, η κατανόηση και η ερμηνεία ενός κειμένου είναι τελείως υποκειμενική υπόθεση και του επιτρέπει να το φορτίσει με τα προσωπικής επιλογής και νοηματοδότησης σύμβολα.

Θυμάμαι π.χ. πως όταν μας είχε επισκεφτεί στην Αθήνα το θέατρο «Λα Μάμα» και είχε παρουσιάσει στον Λυκαβηττό μια σύνθεση-τριλογία με την Ηλέκτρα, τις Τρωάδες και τη Μήδεια του Σενέκα, παρακολουθούσα την παράσταση με τον Κάρολο Κουν. Όταν πέρασε από μπροστά μας η σοφόκλεια Κλυταιμνήστρα γυμνόστηθη κατά το ύφος της «παριζιάνας» της Κνωσού κρατώντας στα χέρια της δύο φίδια που σπαρταρούσαν, αναρωτηθήκαμε τι τάχα δήλωναν τα σύμβολα

Συχνά το συναίσθημα και ο έντονος υποκειμενικός φόρτος δεν είναι οι καλύτεροι σύμβουλοι για τη δημιουργία

και τι θα ήθελε να εισπράξουμε απ΄ αυτό το συμβολικό σύμπλεγμα ο καλλιτέχνης (ήταν ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Σερμπάν). Η εικόνα, ως εικόνα, ήταν γνωστή από τη μινωική τοιχογραφία («Πότνια θηρών») αλλά ως ενδείκτης στο κείμενο και στη μορφή της Κλυταιμνήστρας του Σοφοκλή μάλλον αποπροσανατόλιζε. Ούτε καν είχε μεταφερθεί από το όνειρο της Κλυταιμνήστρας στον αισχυλικό «Αγαμέμνονα» αφού εκεί ένα φίδι είχε γεννηθεί από την Κλυταιμνήστρα, είχε σπαργανωθεί και θηλάζοντας τον μαστό της ρούφαγε μαζί με το γάλα και αίμα- προμήνυμα εν ονείρω της μητροκτονίας του Ορέστη.

Όταν ο Φώτος Πολίτης το 1932 πρωτοδίδαξε «Δραματολογία» στη νεοϊδρυμένη Δραματική Σχολή του Εθνικού στο μάθημα το εναρκτήριο (που έχει διασωθεί το χειρόγραφο) εκκινούσε με τη διάκριση ανάμεσα στο νιώθω και αντιλαμβάνομαι. Και ήταν καταπέλτης για όσους καλλιτέχνες και συγκεκριμένα σκηνοθέτες και ηθοποιούς που ερμηνεύοντας ένα κείμενο δηλώνουν: «Έτσι εγώ το αισθάνομαι». Το πρόβλημα, έλεγε ο Φώτος Πολίτης, ακριβώς την ίδια χρονιά που συνομιλούσε ο Μπρεχτ με τον Μπένγιαμιν, είναι να το καταλάβω, να το εισπράξω, να το κατανοήσω κι εγώ. Ποσώς μας ενδιαφέρει, κύριε, τι και γιατί το αισθάνεσαι έτσι. Είναι φυσικό και λογικό, θα έλεγα, να προσπαθείς να κατανοήσεις έναν κλασικό κουβαλώντας τα τραύματά σου, τα γούστα σου, τις απέχθειές σου, τις προκαταλήψεις σου, τέλος πάντων τη φερτή ύλη που σού προσκόμισε προσωπική ζωή, παιδεία και αναγνώσματα πάσης φύσεως. Όλα αυτά είναι γόνιμο έδαφος για σπορά αλλά δεν είναι αρκετό. Κάθε έδαφος είναι κατάλληλο για άλλου είδους σπορά. Και τότε χρειάζεται γνώση, όχι συναίσθημα. Γιατί συχνά το συναίσθημα και ο έντονος υποκειμενικός φόρτος δεν είναι οι καλύτεροι σύμβουλοι για τη δημιουργία. Όπως ήδη δογμάτισε ο Σολωμός, η καρδιά σκιρτά και πρώτη ανταποκρίνεται αλλά ο νους σπεύδει να επεξεργαστεί και να μορφώσει το συναισθηματικό χάος. Καθετί που γίνεται στη σκηνή πρέπει να είναι σαφές και να αποκρυπτογραφείται από τον μέσο επαρκή θεατή. Δεν αναφέρομαι βέβαια στον αναισθητικό θεατή, αλλά ο επαρκής θαμώνας της θεατρικής πράξης διαθέτει κλειδιά που αμέσως αποκωδικοποιούν με αμεσότητα, αυτοματικά, τα ευανάγνωστα σύμβολα ή τις πληροφορίες του κειμένου.

Ο Μπρεχτ έχει γράψει ένα εξαντλητικό δραματολογικό δοκίμιο για μια σκηνή με τρεις ατάκες στον «Κύκλο με την Κιμωλία». Είχε δημοσιευτεί νομίζω το 1956 στην «Επιθεώρηση Τέχνης» μεταφρασμένο από τον Τίτο Πατρίκιο. Η Γκρούσα έχει καταφύγει στα βουνά της Γεωργίας κρύβοντας τον μικρό πρίγκιπα που εγκατέλειψαν οι γονείς του μετά το πραξικόπημα που τους ανέτρεψε. Η Γκρούσα χτυπάει την πόρτα μιας στάνης και όταν εμφανίζεται ο ποιμένας τού ζητάει μια κούπα γάλα για το μωρό. Εκείνος της ζητάει ένα ποσό χρημάτων και η Γκρούσα βρίσκει παράλογα μεγάλο το ποσό και το σχολιάζει.

Ο Μπρεχτ, σχολιάζοντας τη σκηνή, κάνει μια ιδιοφυή οικονομική ανάλυση βάσει των θεμελιωδών αρχών της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Μιλάει για το πώς διαμορφώνονται οι τιμές των προϊόντων σε περιστάσεις πολιτικής κρίσης, πώς οργιάζει η κερδοσκοπία, ακόμη και στο πρωτογενές στάδιο του παραγωγού, πριν διογκωθεί εγκληματικά σε καπιταλιστική κλίμακα.

Έχει σημασία, θα πείτε, ο ηθοποιός να γνωρίζει όλα αυτά για να παίξει μια σκηνή τριών λεπτών; Ναι, διότι η σκηνική του συμπεριφορά θα βρει αμέσως ανταπόκριση στον θεατή που ζει και καθημερινά κυκλοφορεί στην αγορά και στους μηχανισμούς της.