Η «Ανδρομάχη» του Ρακίνα, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, είναι η δεύτερη φεστιβαλική παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου για την Επίδαυρο, με την οποία καλύπτεται το κενό που δημιουργήθηκε από τη ματαίωση της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους τύραννος».

Αυτή η πρώτη επιλογή του Γιάννη Χουβαρδά, ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού, έχει βαρύτητα. Όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία των Επιδαυρίων το Εθνικό δεν αναβιώνει αρχαία ελληνική τραγωδία, αλλά και διότι κάνει φανερό ένα άνοιγμα του Φεστιβάλ σε είδη (στον προγραμματισμό εντάσσεται η όπερα του Κερουμπίνι «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου) και σε μεταγενέστερα του αρχαίου δράματος έργα, βασισμένα σε ελληνικούς μύθους.

Η μαύρη χήρα του Έκτορα, η τραγική μητέρα του Αστυάνακτα, από τις ευγενικότερες μορφές του Ομήρου και του Ευριπίδη, είναι η ηρωίδα του Ρακίνα (16301699). Πρωτοανέβηκε στη σκηνή από τον θίασο του Μολιέρου (1687) και θεωρείται το δημοφιλέστερο κλασικό κείμενο της γαλλικής δραματουργίας. Παθιασμένος με το έργο ο Δημήτρης Μαυρίκιος, που ασχολείται με τη μετάφρασή του από το 1993, μας δίνει τις πρώτες πληροφορίες:

«Ο Ρακίνας έγραψε την «Ανδρομάχη» σε αλεξανδρινό, ομοιοκατάληκτο, δωδεκασύλλαβο. Μεταφράζοντας το κείμενο, προσπάθησα να ανταποκριθώ στις παρηχήσεις, εκεί που το πρωτότυπο τις υποδηλώνει. Η μετάφραση σε ίαμβο, έμμετρο, ανομοιοκατάληκτο, ακολουθεί πιστά τη σύνθετη δραματουργία, μια αλυσίδα ανεκπλήρωτων ηρώων, με φοβερές εναλλαγές στη δράση και ανεκπλήρωτους έρωτες», λέει και μας βάζει στην ιστορία.

«Οι κεντρικοί ήρωες είναι η Ανδρομάχη, χήρα του Έκτορα. Ο Πύρρος, που πρόκειται να παντρευτεί την Ερμιόνη, κόρη της ωραίας Ελένης και του Μενελάου, είναι ερωτευμένος με την Ανδρομάχη, που τον αποκρούει, αφοσιωμένη στη μνήμη του Έκτορα. Η Ερμιόνη, ερωτευμένη με τον Πύρρο, που την αρνείται, για τον έρωτα της Ανδρομάχης. Και ο Ορέστης, τρελά ερωτευμένος με την Ερμιόνη, που τον απωθεί διεκδικώντας τον έρωτα του Πύρρου. Τέσσερις πρωταγωνιστικοί, ισοβαρείς ρόλοι. Υπάρχουν κι άλλοι τέσσερις μικρότεροι, που είναι τα κοντινά πρόσωπα των βασικών ηρώων. Ο Πυλάδης- φίλος του Ορέστη, ο Φοίνιξ- παιδαγωγός του Πύρρου, η Κλεώνη- ακόλουθος της Ερμιόνης και η Κήφισσα- τροφός της Ανδρομάχης. Το πλέγμα που δημιουργεί αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι κορυφώνεται όταν οι πολιτικές, στρατιωτικές και προσωπικές ίντριγκες κρεμάνε σε μια κλωστή ένα παιδί».

Ίσως εδώ υπάρχει και μια ιδεολογική αντιστοιχία με το Ζ΄ της «Ιλιάδας», όπου όταν ο Έκτορας σκύβει να φιλήσει τον γιο του, ο μικρός Αστυάνακτας αποτραβιέται φοβισμένος από το κράνος του αρχηγού των Τρώων. Αυτό το αποτράβηγμα παραμένει μέχρι σήμερα το «κατηγορώ» των παιδιών όλου του κόσμου για τον πόλεμο.

«Μέσα στον ελληνικό μύθο υπάρχουν πολλά στοιχεία από τα οποία εμπνέεται ο Ρακίνας και γράφει τη δική του τραγωδία. Το γεγονός ότι οι ήρωές του έχουν κάνει ένα βήμα πιο βαθιά στην ψυχολογία, με ιντριγκάρει. Καθώς και η πρόκληση της Επιδαύρου. Πώς εντάσσεις αυτό το έργο σε έναν χώρο αντίστοιχο του μύθου αλλά όχι του είδους της σκηνής για την οποία έχει γραφτεί».