|
|
|
| «Με το κοινό μάς ένωνε πάντα ένα: η ανάγκη για μια μεγάλη αλλαγή. Αυτό ψάχναμε στην Αριστερά, στο ροκ, στον Θεό ή στην ποίηση», λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος. «Κάθε φορά που αγγίζαμε μια άκρη της αληθινής ζωής, νιώθαμε αυτό το πάθος του νεοφώτιστου και ο ενθουσιασμός μάς έκανε ίσως υπερβολικούς στην έκφρασή μας. Όχι, δεν κάναμε λάθη, διότι ήμασταν πάντα έτοιμοι να αλλάξουμε. Τίποτα από όσα περάσαμε δεν χάθηκε»
|
Τον Νοέμβριο του ’66 κυκλοφόρησε «Το φορτηγό». Ο Διονύσης Σαββόπουλος αυτό τον
μήνα έχει γενέθλια και τα γιορτάζει εν σμικρώ, παρακάμπτοντας τα μεγάλα σουξέ,
τις μεγάλες ορχήστρες και τους μεγάλους χώρους.
«Δεν υποτιμώ καθόλου τα μεγάλα σουξέ» μας λέει εξ αρχής. «Είναι συγκινητικό να
ακούς ένα γήπεδο να τραγουδάει τη “Συννεφούλα”. Είναι όμως επίσης πολύ
συγκινητικό να ξέρεις ότι πιο “δύσκολα” τραγούδια σου έγιναν το σάουντρακ της
ζωής ορισμένων ανθρώπων, όπως ο “Μικρός μονομάχος”, “Το μυστικό τοπίο”. Πολλές
παρέες τα έκαναν σημαία τους. Χάρη σε αυτές τις παρέες, χάρη σε αυτούς τους
πυρήνες, γίνεται το φετινό πρόγραμμα».
Κι όμως στο Gazarte ακούγονται τεράστια σουξέ όπως ο «Καραγκιόζης» και το
«Ας κρατήσουν οι χοροί».
«Έχετε δίκιο, αλλά ακούγονται εκτός προγράμματος και μόνο στο δεύτερο μπιζ.
Και είναι και πάρα πολύ ωραία εκεί που τα βάζουμε. Άμα έχεις ευχαριστηθεί τα
τραγούδια του βαθύτερου εαυτού σου, μπορείς πια να ενωθείς με όλους, με τον
περιπτερά σου ή τη θεία σου δηλαδή, και με εκείνους που δεν συγκράτησαν ίσως
τίποτε παραπάνω από τη “Συννεφούλα” ή τον “Καραγκιόζη”».
Τι σκέφτεστε για τα εικοσάχρονα παιδιά που έρχονται να σας ακούσουν;
Επικοινωνούν με στίχους που αναφέρονται στον Δημήτρη Δεσποτίδη, στη Σούλα
Αλεξανδροπούλου και στους άλλους «αγίους» της αριστερής κουλτούρας;
«Δεν επικοινωνούν με το μυαλό. Επικοινωνούν με την καρδιά. Τροβαδούρος που
πάει να μας μάθει Ιστορία ή να μας μεταδώσει πληροφορίες, είναι για τα μπάζα.
Όταν ακούμε ένα ωραίο τραγούδι νιώθουμε σαν να αποκαλύπτεται μια καινούργια
ζωή μπροστά μας και σαν η ζωή που ζούσαμε μέχρι τότε να μας είναι ξένη.
Λοιπόν, πέρα από τις όποιες αναφορές, είναι το άνοιγμα της ψυχής που έχει
σημασία».
Τι νομίζετε ότι απέγιναν αυτοί που τη δεκαετία του ’90 ονομάσατε
«Κωλοέλληνες»; Υπάρχουν; Σε τι έχουν εξελιχθεί;
«Έχουν γίνει καθεστώς πια. Τώρα διαλύουν τα σχολεία. Εμείς όταν ήμασταν,
φοιτητές αγωνιζόμασταν για να αλλάξουμε τα πάντα και τώρα αγωνίζονται για να
μην αλλάξει τίποτα. Οι προτάσεις, πάλι, της κυβέρνησης είναι αλλού αντ’ αλλού.
Δεν αγγίζουν καν το πρόβλημα. Επιπλέον έχουν το θράσος να επιβάλλουν αυτά τα
μπαλώματα διά των ΜΑΤ. Οι δάσκαλοι έχουν δίκιο να διαμαρτύρονται για τις
αποδοχές τους. Είμαστε μαζί τους. Όχι όμως και να κλείνουν τα σχολεία. Δεν
γίνεται να κλείνουν τα σχολεία ούτε να κόβεται το νερό ούτε να κλείνουν τα
νοσοκομεία».
Λείπει από τα σημερινά μουσικά πράγματα το ένστικτο του Αλέκου Πατσιφά;
«Βεβαίως λείπει, αλλά δεν ξέρω τι θα έκανε αν ζούσε. Είναι πολύ πιθανό να
άλλαζε δουλειά. Μάλλον θα επέστρεφε στο αρχικό του επάγγελμα, που ήταν
εκδότης. Ήταν ο συνιδρυτής του “Ίκαρου”, όπου εκδόθηκαν οι ποιητές μας. Το
βιβλίο είναι το μόνο που έχει σωθεί από την ψηφιοποίηση. Κανείς δεν διαβάζει
μυθιστόρημα στην οθόνη. Θέλει το βιβλίο στο χέρι. Ενώ στη δισκογραφία, η
κατάσταση έχει αλλάξει εντελώς. Τα νέα παιδιά δικαιολογημένα αποστρέφονται μια
στοίβα σιντί στη γωνιά του δωματίου, ενώ υπερηφάνως επιδεικνύουν στην αυλή του
σχολείου τους ένα ΜΡ3 περασμένο από το λαιμουδάκι τους που χωράει δυο χιλιάδες
τραγούδια. Αυτό όμως είναι μια αντίληψη εντελώς αντίθετη από την αντίληψη του
Πατσιφά. Όταν πρωτοκυκλοφόρησε ο δίσκος των τριάντα τριών στροφών, ο Πατσιφάς
ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα ότι ένας δίσκος μπορεί να είναι ένα
“έργο”. Έτσι άρχισαν οι συνθέτες να γράφουν κύκλους τραγουδιών. Σήμερα το
ζητούμενο είναι το “ένα τραγούδι κάθε φορά”. Αφού λοιπόν αλλάζει η διαδικασία
θα αλλάξει και η μορφή της μουσικής. Τώρα, ποια μορφή θα πάρει, αυτό θα το
βρουν ένας νέος Πατσιφάς και ένας νέος Χατζιδάκις».
Έχετε κανέναν τέτοιο κατά νου;
«Όχι, αλλά έρχονται. Να είστε βέβαιη. Επί του παρόντος, στις εταιρείες δεν
ασχολούνται με το προϊόν αλλά με τη διάθεσή του. Θα το δώσουν σε ρινγκτόουν,
θα το δώσουν δεν ξέρω πού; Άλλος κόσμος…».
«Μόνο με ουίσκι αντέχεται»
Σε απόσταση αναπνοής από το νέο του στέκι παίζουν κατ’ εξοχήν
«σουξεδιάρηδες» όπως η Παπαρίζου, ο Γονίδης, ο Πλούταρχος, η Θεοδωρίδου, ο
Νίνο και άλλοι. Θα έλεγε κανείς ότι τον έχουν περικυκλώσει. Τι εμποδίζει το
κοινό του Διονύση Σαββόπουλου να δρασκελίσει την πόρτα του διπλανού μαγαζιού;
«Το εμποδίζει ο εαυτός του», μας λέει. «Το εμποδίζει η αλήθεια του και η
ζωή του. Όταν είστε σε ένα ακροατήριο και ακούτε ένα έργο που σας αρέσει πολύ,
μπαίνετε βαθύτερα μέσα στον εαυτό σας και ταυτόχρονα ενώνεστε με τους άλλους.
Είναι σαν να πιάνεστε από τα χέρια και να πετάτε. Αντιθέτως, αν πάτε σε ένα
μέρος όπου δεν σας αρέσει, τότε ο μόνος τρόπος για να ενωθείτε με τους άλλους
είναι να ξεχάσετε τον εαυτό σας. Αυτό είναι οδυνηρό. Δεν αντέχεται. Ο μόνος
τρόπος για να το αντέξεις είναι το ουίσκι».
INFO
Στο Gazarte (Βουτάδων 32-34 Γκάζι, τηλ. 210-3460.347), κάθε Παρασκευή,
Σάββατο, Κυριακή. Είσοδος (όρθιοι) 15 ευρώ, μαθητές φοιτητές 12 ευρώ. Έως 10/12.

