Στη δράση του Πλαστήρα κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής
αναφέρεται ο κ. I. Καψής, με αφορμή τους «Βίους Παράλληλους» Πλαστήρα και
Παπάγου:
«Τρεις ημέρες μετά την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη οι Τσέτες, που
αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή άρχισαν να φεύγουν κραυγάζοντες “το σαϊτάν
ασκέρ” όπως αποκαλούσαν το 5/42 που επρόκειτο να δώσει και την τελευταία
αποφασιστική μάχη του πολέμου. Στον Σταυρό της Ερυθραίας έστησε ενέδρα και
αποδεκάτισε τις προφυλακές του Κεμάλ δίνοντας ένα πολύτιμο τριήμερο στα
τμήματα που έμπαιναν στα πλοία.
H “συνάντηση” των δύο ανδρών έγινε στο Σαλιχλή, σπουδαίο συγκοινωνιακό κόμβο
του εσωτερικού. Ο Πλαστήρας πήρε τη διαταγή να σπεύσει και να καταλάβει το
Σαλιχλή και να το κρατήσει μέχρις ότου μπορέσει να διαφύγει του τουρκικού
κλοιού, ο εν διαλύσει κύριος όγκος της Στρατιάς. Διαφορετικά η καταστροφή θα
ήταν πολύ μεγαλύτερη και εκείνης των Αθηναίων στην Σικελία.
Στο Σαλιχλή είχε λάβει θέσεις η μεραρχία ιππικού – τα άρματα μάχης της εποχής
– με διοικητή τον στρατηγό Καλλίνσκι και επιτελάρχη τον γαμπρό του,
συνταγματάρχη Παπάγο. Κατάπληκτος ο Πλαστήρας διαπίστωσε ότι η μεραρχία είχε
διαταχθεί – από σφάλμα του επιτελάρχη της – με τα νώτα προς την κατεύθυνση από
όπου ερχόντουσαν οι Τούρκοι. Μετά τη διαπίστωση αυτή ο Καλλίνσκι διέταξε να
συντάξει ο Πλαστήρας την διαταγήν επιχειρήσεων την οποίαν “έφιππος ο Πλαστήρας
υπαγόρευσε στον Παπάγο κάτω από το φως λάμπας εκστρατείας”.
Και μια “λεπτομέρεια”: Συνεφωνήθη η μεραρχία να συνεχίσει την υποχώρησή της το
πρωί της επομένης ώστε να ξεκουρασθούν οι άνδρες του Πλαστήρα που πολεμούσαν
επί μια εβδομάδα χωρίς ύπνο. Αλλ’ οι προφυλακές του Κεμάλ, εκμεταλλευόμενες το
λάθος του Παπάγου είχαν διεισδύσει στα πρώτα σπίτια του Σαλιχλή. Και το πρωί
Έλληνες και Τούρκοι αλληλοαιφνιδιάσθηκαν και ξέσπασε σκληρή οδομαχία στην
οποίαν κινδύνευσε και ο ίδιος ο Πλαστήρας όταν σκοτώθηκε το άλογό του και τον
έριξε».