«Είμαι και ανασφαλής και εγωκεντρικός. Αλλά, νομίζω, ανασφάλεια και

εγωκεντρισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος», λέει ο Δημήτρης Λιγνάδης

Είναι μια σπάνια περίπτωση στο ελληνικό θέατρο. Γιος του ξεχωριστού φιλόλογου

και κριτικού θεάτρου Τάσου Λιγνάδη, αριστούχος απόφοιτος (1985) της δραματικής

σχολής του Εθνικού, με πτυχίο Φιλοσοφικής, στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου – όπου

έκανε το ντεμπούτο του, πρωτοετής μαθητής ακόμα, το 1983 – επί εννιά χρόνια,

με πενήντα ρόλους στο βιογραφικό του, με ερμηνείες δυνατές στο αρχαίο δράμα,

ηθοποιός ικανότατος, φωνή ζεστή, υπέροχη, με «προφίλ» σοβαρό και «ακαδημαϊκό»,

που διατήρησε αποχωρώντας από το Εθνικό και συνεργαζόμενος με το

«Αμφι-Θέατρο», το «Θέατρο Τέχνης», στο «εμπορικό» θέατρο, το 1994 ο Δημήτρης

Λιγνάδης περνάει στο «Θέατρο του Νότου» και οικειοθελώς «σπάζει», καταστρέφει,

«ποδοπατάει» το «προφίλ» αυτό, για να αναδυθεί ένας απελευθερωμένος ηθοποιός

και άνθρωπος, εντελώς διαφορετικός από το «καλό παιδί» και τον

«εθνικοθεατρικό» ζεν ρολίστα.

Αυτό που «αναδύθηκε» όμως, φαίνεται ότι «κρυβόταν» από παλιά μέσα του.

«Μέσα μου υπήρχαν αρκετά και ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο Μίστερ Χάιντ. Έχω βγάλει

ένα πανεπιστήμιο, αλλά έχω βγάλει και την… Πανεπιστημίου…».

Ναι, αλλά η Πανεπιστημίου είναι πολύ «καθώς πρέπει» δρόμος…

Γελάει. «E, αυτό το λογοπαίγνιο βρήκα. Να πω ότι έχω μελετήσει τον Σωκράτη

αλλά και την Σωκράτους;». Γελάμε.

«Το «Αμόρε» με «απενοχοποίησε». Εκεί άλλαξε η ρότα μου. Είναι χώρος απόλυτα

κατάλληλος για «απενοχοποίηση». Είναι, ίσως, η Μύκονος του θεατρικού τοπίου

μας!». Γελάμε πολύ.

«Χρωστώ πολύ μεγάλη χάρη στον Γιάννη Χουβαρδά. Εγώ του ζήτησα να πάω στο

«Αμόρε», μολονότι είχα μια δυσκολία συνεργασίας μαζί του όταν έπαιξα στις

«Φοίνισσες» που είχε ανεβάσει στο Εθνικό το ’87».

Γιατί το κάνατε;

«Κάποια στιγμή «τράβηξα το καπάκι» και κοίταξα μέσα μου πράγματα που δεν είχα

τολμήσει να κοιτάξω. Κοίταξα με μεγαλύτερη ειλικρίνεια τον εαυτό μου, αυτά που

κάνω και κυρίως αυτά που δεν κάνω. Κι αυτό μ’ έκανε να πάψω να ασχολούμαι τόσο

με την επιφάνεια – με την εμφάνισή μου, να είμαι «πολιτικά ορθός» πάνω στη

σκηνή, να είμαι «σωστός», να μην «εκτίθεμαι»… Είχα φτάσει σε ένα τέλμα,

έπρεπε να γυρίσω μια σελίδα και την γύρισα. Πήγα στο «Αμόρε», γιατί

«τρελάθηκα». «Με είχα βαρεθεί». Έλεγα: «Δεν είμαι εγώ αυτό το ακαδημαϊκό

πράγμα!». H αλλαγή συντελέστηκε και στη ζωή μου σε μεγάλο βαθμό αλλά και στη

δουλειά μου σε ακόμα μεγαλύτερο. Πέταξα τις «φασκιές»».

Καθόμαστε και τα λέμε στο καφέ πλάι στην παλιά Βουλή. Έχει – πάντα είχε –

τρομερό χιούμορ. Φέτος είναι η χρονιά του. Ο «Όσκαρ» που ανέβασε στο «Ιλίσια –

Βολανάκης» και καλή παράσταση είναι και άρεσε πολύ, ενώ η ερμηνεία του στον

επώνυμο ρόλο του δεκάχρονου αγοριού, πλάι στην Τζένη Ρουσσέα, είναι από τις

καλύτερες της χρονιάς. Όσο για τη «Βιομαγεία» που έχει κάνει, ξεκινώντας με

τους συνεργάτες του χωρίς κείμενο, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, είναι

μια απολαυστική καινούργια πρόταση που επίσης γίνεται με ενθουσιασμό δεκτή.

«Συνειδητά δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Μεγάλωσα σ’ ένα φιλολογικό –

καλλιτεχνικό περιβάλλον, είχα την τύχη να δω πολλές παραστάσεις αρχαίου

δράματος, γιατί το συνδύαζα με διακοπές στην Επίδαυρο, αλλά δεν μπορώ να πω

ότι μου άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο. Και ποτέ δεν είχα σκεφτεί να γίνω ηθοποιός.

Φιλόλογος είχα σκεφτεί να γίνω, ποδοσφαιριστής… Στη δραματική σχολή του

Εθνικού, για πλάκα έδωσα. Και με απόφαση που είχα πάρει πολύ πρόχειρα, δέκα

ημέρες πριν από τις εξετάσεις. Συμπτωματικά βρέθηκα ηθοποιός. Αν ασυνείδητα

υπήρχε μια κρυφή επιρροή από τον πατέρα μου…».

«Βλέπω το θέατρο σαν παιχνίδι»

Εδώ και αρκετά χρόνια σκηνοθετούσε τις μαθητικές παραστάσεις στο Αρσάκειο και

τα τρία τελευταία χρόνια σκηνοθετεί στο Κολλέγιο. Πριν από τρία χρόνια πέρασε

όμως στη σκηνοθεσία και επαγγελματικά.

«Δεν θα έκανα και πάλι τίποτα αν δεν υπήρχε ο Κωνσταντίνος ο Μαρκουλάκης και

δεν μ’ έπαιρνε «απ’ το χέρι» και δεν μου ‘λεγε «έλα να με σκηνοθετήσεις».

Πάντα θέλω ένα «σπρώξιμο», ένα «λάκτισμα»».

«Και η «Βιομαγεία» τυχαία έγινε. Μου πρότεινε ο Στάθης Λιβαθινός να κάνω

κάποιο έργο στην Πειραματική, το έργο δεν μου άρεσε και μου είπε «κάνε ό,τι

θες». Ποτέ δε έχω μέσα μου ένα «στοκ» πραγμάτων που θέλω να κάνω. Αν είχα, οι

δουλειές μου θα ήταν, ίσως, βαρετές. Επ’ ουδενί, πάντως, δεν θα ήθελα να κάνω

μια παράσταση που να «χωράει» σε οποιαδήποτε Σκηνή του Εθνικού και απλώς

επειδή δεν υπήρχε χώρος αλλού, να μπει στην Πειραματική. Ήθελα μια παράσταση

που να δικαιολογεί απολύτως τον όρο «Πειραματική»».

Ετοιμάζομαι να κλείσω το κασετόφωνο. Πρέπει να φύγει, έχει πρόβα στις

«Τρωάδες» που ανεβάζει ο Διαγόρας Χρονόπουλος με το θέατρο «Διαδρομή» για την

Επίδαυρο – θα παίζει τον Μενέλαο και είναι βοηθός σκηνοθέτης.

«Θέλω και προσπαθώ να βλέπω τη δουλειά μου σαν παιχνίδι. Αν την δω πολύ

σοβαρά, καταστράφηκα. Γι’ αυτό και μου φαίνονται σαν κάτι περίεργο οι πολλές

πρόβες. Δεν μπορώ να κάνω πολλές πρόβες για να παίξω κρυφτό. Πάντως, λυτρώνει

το θέατρο. Είμαστε πολύ τυχερά άτομα οι ηθοποιοί. Και πολύ βλάκες, που πολλές

φορές δεν καταλαβαίνουμε την τύχη αυτή».