Όλη της η ζωή ανατράπηκε μέσα σε μια νύχτα – από το βράδυ της 29ης έως το

πρωί της 30ής Ιουνίου του 2002. Μέσα σε μια και μόνη νύχτα δεν ήταν πια η

Αλίθια Ρομέρο Κορτέζ, γνωστή και περιζήτητη λόγω του επαγγέλματός της –

μακιγιέζ – σε σκηνοθέτες, διαφημιστές, ηθοποιούς και μοντέλα.

Αλίθια Ρομέρο Κορτέζ: Από τη μια στιγμή στην άλλη δεν είχα προσωπικότητα,

δικαιώματα, ιδιωτική ζωή! Ήμουν απλά η γυναίκα στη ζωή του Σάββα Ξηρού…

«Έχασα ξαφνικά το όνομα, την ιδιότητα, την ταυτότητά μου. Ήμουν απλά η γυναίκα

στη ζωή του Σάββα Ξηρού. Από τη μια στιγμή στην άλλη δεν είχα προσωπικότητα,

δικαιώματα, ιδιωτική ζωή… Λεηλατήθηκαν τα πάντα. Πίσω μου είχα διαρκώς την

Αντιτρομοκρατική και δεκάδες κανάλια – δεν μπορούσα να πάω ούτε σε…

τουαλέτα! Είναι απίστευτο πώς ένας άνθρωπος μπορεί μέσα σε δευτερόλεπτα να

γίνει τροφή στων λύκων την αγέλη…».

Δεκαέξι μήνες έπειτα από εκείνη τη νύχτα, δεν έχει καμιά δουλειά –

«τρομοκρατήθηκαν όλοι και οι πόρτες έκλεισαν μία – μία στο πρόσωπό μου» -,

είναι στην ουσία άστεγη και όταν δεν μένει στο τροχόσπιτο – «το καταφύγιό μας

με τον Σάββα» – χρησιμοποιεί ένα από τα έξι κλειδιά που έχει στην τσάντα της

και ανοίγουν τις πόρτες ισάριθμων σπιτιών – φίλων και συγγενών του συντρόφου

της.

Είναι άνεργη, άστεγη και μόνη στην Αθήνα η Ισπανίδα Αλίθια Κορτέζ αλλά όταν

μιλάς μαζί της, δεν σου δημιουργείται κάποια εντύπωση μιζέριας και

κακομοιριάς. Δεν κλαίγεται, ούτε διαμαρτύρεται: «Όλα όσα με απασχολούν είναι

σκληρότερα από όσα βιώνω. Αυτά που περνώ 16 μήνες τώρα, είναι για μένα ένα

τεράστιο μάθημα ζωής – προσωπικό, κοινωνικό, ανθρωπολογικό. Νιώθω σαν να μην

έχασα ούτε ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο μου.

Είναι σίγουρα μια μεγάλη δοκιμασία των αντοχών μου, αλλά πίστεψέ με, διδάχθηκα

πώς να πετάω τα άχρηστα, όλα όσα πιστεύουμε ότι έχουν αξία και κυνηγάμε μια

ζωή – καριέρα, εξασφάλιση, ένας καλός γάμος και ένας καλύτερος λογαριασμός

στην τράπεζα. Έμαθα να ζω με τα ελάχιστα, να αρκούμαι και στη μικρότερη

δυνατότητα επιβίωσης…».

Δεν έχασε ούτε για μια στιγμή την ηρεμία και ψυχραιμία της μέσα σε τέσσερις

σχεδόν ώρες κουβέντας. Απαντά σε όλα – συνήθως με σαφήνεια και όπου

δυσκολεύεται, με μικρές υπεκφυγές.

«Τίποτα εναντίον μου». Δεν έχει κανένα λόγο, μου εξηγεί, να πει ψέματα:

«Δεν κατηγορήθηκα ποτέ για τίποτα από το επίσημο κράτος. Δεν έχουν το

παραμικρό εναντίον μου. Μόνο τα MME με ανακήρυξαν μέλος της 17 Νοέμβρη και μου

έριξαν τόνους λάσπης… Αλλά δεν κρατώ κακία»!

– Δέκα χρόνια ζωής με τον Σάββα…

«… δεν χωρίσαμε ούτε μέρα. Ήρθα στην Ελλάδα πριν από 16 χρόνια – ερωτεύθηκα

στην Ισπανία έναν Έλληνα ηθοποιό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός και δεν θέλω

να πω το όνομά του και αποφάσισα να ζήσω μαζί του. Έξι χρόνια μετά η σχέση μας

διαλύθηκε. Έφυγα το Πάσχα του ’93 ένα μικρό ταξίδι στην Ικαρία, να ξεχαστώ…

Εκείνη την πρώτη μέρα στο νησί, τον γνώρισα.

Ο Σάββας είχε να πάει στην Ικαρία δέκα χρόνια! Τίποτα δεν είναι τυχαίο…».

– Τι ήξερες για τον Σάββα μέχρι το βράδυ της έκρηξης;

«Ότι ήταν ένας αξιαγάπητος άνθρωπος που φρόντιζε εμένα και όποιον άλλον είχε

την ανάγκη του. Άφηνε πάντα ό,τι έκανε για να βοηθήσει κάποιον που είχε

πρόβλημα…».

– Πώς ζούσατε και τι εισοδήματα είχατε;

«Ήμασταν ένα πολύ δεμένο αλλά και πολύ ανεξάρτητο ζευγάρι. Εγώ συχνά έλειπα

και ένα – δυο 24ωρα για τη δουλειά μου ή ένα μήνα σε ταξίδι στην Ισπανία ή την

Ασία. Και εκείνος το ίδιο. Δεν καταπίεζε ο ένας τον άλλο, ούτε ζητούσαμε

«λογαριασμό». Τα έσοδά μας, ήταν από τις δουλειές μας. Εγώ κέρδιζα μεροκάματο

γύρω στις 100.000 δραχμές. Δέκα μέρες να δούλευα τον μήνα, είχα ένα

εκατομμύριο. Όλα τα χρήματα τα διαχειριζόταν ο Σάββας και μέρος αυτών των

χρημάτων πήγαινε σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη…».

– Σ’ αυτή τη δύσκολη φάση ζωής…

«… είναι για όλους δύσκολη η ζωή. Αλλά οι δυσκολίες δοκιμάζουν τις σχέσεις.

Στη δική μας περίπτωση δεν τη δοκίμασαν απλά, την τρέφουν! Στηρίζει και δίνει

κουράγιο και ενέργεια ο ένας τον άλλον.

Ο Σάββας ήταν πριν για μένα το φάρμακό μου. Τώρα είναι τα πάντα, η ανάσα, το

οξυγόνο μου. Είναι ένας σύντροφος ζωής, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης.

Είναι η στήριξή μου, πώς το λένε; Είναι ένας γενναιόδωρος και αλτρουιστής

άνθρωπος που το τελευταίο πράγμα που σκέφτεται είναι ο εαυτός του… Ακόμη και

αν δεν ξαναβρεθούμε ποτέ μαζί, δεν τον αλλάζω με τίποτα. Ζούμε κάτω από τον

ίδιο ουρανό, δεν αγγίζονται ούτε τα δάκτυλά μας, αλλά μοιράζομαι τα πάντα και

ζω καθημερινά μαζί του… ».

«Δεν μου είχε πει τίποτα»

– Κανένας δεν έχει πιστέψει ότι δεν ήξερες…

«To ξέρω! Αλλά δεν ήξερα. Δεν μου είχε πει τίποτα…».

– Σε περίπτωση που σου είχε πει, θα το έλεγες;

« Όχι! Δεν είμαι ρουφιάνα, δεν είμαι καταδότης. Δεν θα έδινα ποτέ, όχι τον

άντρα μου αλλά ούτε τον εχθρό μου…».

– Ήταν έκπληξη λοιπόν για σένα;

«Μεγάλη. Αυτό το διάστημα μαθαίνω τις άγνωστες πλευρές του. Και με μαθαίνει

περισσότερα με τη στάση του…».

– Σκότωναν κόσμο…

«Έχω πεισθεί ότι είχαν επιλεγμένους και όχι τυχαίους στόχους. Ήταν

επαναστάτες, όχι δολοφόνοι. Αν ήταν το δεύτερο, θα έριχναν στα τυφλά, σ’ έναν

σταθμό, σ’ ένα αεροδρόμιο…».

– Υπήρξαν και «παράπλευρες» απώλειες, όπως ο Θάνος Αξαρλιάν…

«Δυστυχώς ναι. Λυπάμαι απεριόριστα για κάθε αθώο θύμα. Και ξέρω ότι ο Σάββας

έχει πονέσει πολύ γι’ αυτό. Όπως και ο Δημήτρης Κουφοντίνας που ζήτησε

κλαίγοντας συγγνώμη από τη μητέρα του…».

– Ποια είναι η δική σου άποψη σήμερα για τη 17 Νοέμβρη;

«Δεν θέλω να έχω άποψη, καλώς ή κακώς είναι ένα κομμάτι της ελληνικής

κοινωνίας και της νεώτερης ιστορίας. Όταν τα κράτη λειτουργούν με τον τρόπο

που λειτουργούν, είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και άνθρωποι που αντιδρούν με

ακραίο τρόπο…».

«Και μετά 30 χρόνια θα περιμένω έξω από τη φυλακή»

Δεν παρακολουθεί πια τη δίκη – μόνο τις φορές που επιβάλλεται. Πήγαινε για δυο

περίπου μήνες, έως και τον Ιούνιο, αλλά «δεν άντεχα πια όλα όσα γίνονται εκεί

μέσα και σταμάτησα να πηγαίνω. Μαθαίνω, φυσικά, όλα όσα συμβαίνουν, κάθε μέρα,

από τον Σάββα… Αυτό δεν είναι δίκη, το λέω και το φωνάζω. Είναι παρωδία!

Αποδεικνύουν καθημερινά τις μεθοδεύσεις τους. Από τη στιγμή που ο πρόεδρος

ζητά από τους μάρτυρες ποσοστό αναγνώρισης των κατηγορουμένων – 20%, 39%, τον

μισό… κατηγορούμενο – και μιλά πριν δικάσει 19 ανθρώπους για «ύαινες που

πιάστηκαν στη φάκα», είναι φανερό ότι το αποτέλεσμα είναι ήδη ειλημμένο και

μόνο δίκαιο δεν θα είναι…».

Αρκεί να ζει. Δεν την τρομάζει – δηλώνει – ο χρόνος και η απόσταση. Θα

τον περιμένει όσο χρειαστεί. Ελπίζει στην αποφυλάκισή του σε δέκα χρόνια, αλλά

θα είναι έξω από τη φυλακή «και έπειτα από είκοσι και έπειτα από τριάντα

χρόνια. Αρκεί να ζω και να ζει και ο Σάββας. Προτιμώ να βιώνω όσα βιώνω και να

είμαι κοντά του, προτιμώ τη σχέση μου με τον Σάββα σε λευκό κελί από μια

οποιαδήποτε άλλη στερεότυπη και άχαρη σχέση. Το ξέρω ότι θα έρθουν και πιο

δύσκολα ακόμα – για όλους μας, όχι μόνο για μένα και τον Σάββα. Έχω πίστη όμως

στη ζωή. Μας οδηγεί σ’ αυτά που πρέπει, για κάποιο άγνωστο λόγο, να ζήσουμε.

Επιλέγω τις δυσκολίες από μια ζωή με αυταπάτες…».

«Γιατί δεν παντρευτήκαμε». Τον βλέπει μισή ώρα κάθε Σάββατο, πίσω από

ένα αλεξίσφαιρο τζάμι τεσσάρων εκατοστών. Μιλάνε από ένα τηλέφωνο «με

άλλους… 50 που μας ακούνε, τους φύλακες, την Αντιτρομοκρατική, τη Γενική

Ασφάλεια, τη CIA! Είμαστε μια μεγάλη παρέα… ». Θα μπορούσε να τον βλέπει

άλλο ένα μισάωρο την εβδομάδα αν είχαν παντρευτεί: «Το είχαμε κανονίσει λίγο

πριν από την έκρηξη. Έφερα και τα χαρτιά μου από την Ισπανία – τώρα τα έχει

η…. τρομοκρατική που έχει κατατρομάξει όλο τον κόσμο. Ο Σάββας δεν θέλει να

παντρευτούμε στη φυλακή για ένα… μισάωρο παραπάνω! Θέλει να το κάνουμε όταν

βγει, για ουσιαστικούς λόγους…».

Ζει σαν πρόσφυγας από σπίτι σε σπίτι, με ένα μικρό εισόδημα που της στέλνει ο

αδελφός της από την Ισπανία: «Αγόρασε το μερίδιό μου από την κληρονομιά που

μας άφησε ο πατέρας μας και μου στέλνει κάθε μήνα ό,τι μπορεί». Δεν φοβάται,

κυκλοφορεί μόνη της και αισθάνεται προστατευμένη, λέει, από τα χαμόγελα και

τις κουβέντες των ανθρώπων που τη σταματάνε στο δρόμο… Το κινητό της βέβαια

είναι «ένας κοριός σε μόνιμη λειτουργία! Ξέρουν με ποιον μιλάω, τι λέω, πού

πάω – ακόμα και σε ποιον δίνω συνέντευξη αυτή την ώρα…».

«Επιδεινώθηκε πολύ η κατάσταση της υγείας του»

«Αρκεί να σεβαστείτε τον λόγο μου και αυτό που για μένα είναι αλήθεια…».

Αυτός ήταν ο μοναδικός όρος που έθεσε η Αλίθια Κορτέζ. Ακύρωσε το πρώτο μας

ραντεβού που είχε κλειστεί για το περασμένο Σάββατο, ζητώντας μια μικρή

πίστωση χρόνου έως το βράδυ της Τετάρτης 12 Οκτωβρίου, «γιατί την ημέρα αυτή

έχουν προγραμματιστεί επιτέλους οι εξετάσεις που τόσους μήνες ζητάμε –

μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και τρίπλεξ καρωτίδων στον «Ευαγγελισμό» –

γιατί η κατάσταση της υγείας του Σάββα επιδεινώνεται και πολύ φοβάμαι πια για

τη ζωή του! Θα έχω να σας πω και τα αποτελέσματα των εξετάσεων…».

Οι εξετάσεις τελικά δεν έγιναν – αναβλήθηκαν για έναν ακριβώς μήνα -, αλλά

έγινε το δεύτερο… ραντεβού. H Αλίθια δηλώνει πικραμένη και αρχίζει

απελπισμένη να μιλάει γι’ αυτό που την καίει περισσότερο: «Εδώ και δυο

εβδομάδες ο Σάββας έχει επίμονα συμπτώματα. Αστάθεια στο βάδισμα, ζάλη, μια

τρομακτική πίεση στον αυχένα, φρικτούς πονοκεφάλους, ναυτία και τάση για

λιποθυμία. Δεν μπορεί να κουνήσει το κεφάλι του – χάνει το κέντρο βάρους του –

και δεν μπορεί να σταθεί όρθιος. Μουδιάζει η δεξιά του πλευρά, έχει μια

ακαμψία στο πρόσωπο και «στραβό» χαμόγελο…».

Αναβλήθηκαν οι εξετάσεις. Όλα αυτά οδήγησαν τους γιατρούς που τον

παρακολουθούν, τον κ. Ιωάννη Νέστορα, καθηγητή Νευροφυσιολογίας στο

Πανεπιστήμιο Κρήτης και την κ. Νιόνια Βαλλιανάτου, νευροψυχολόγο, λέκτορα στο

Πανεπιστήμιο της Κρήτης να θεωρούν ότι έχει υποστεί εγκεφαλικό και να ζητούν

με έγγραφά τους κατεπείγουσα εισαγωγή του στο νοσοκομείο για τη διενέργεια των

σχετικών εξετάσεων.

H Αλίθια Κορτέζ καταγγέλλει: «Και ενώ οι εξετάσεις προγραμματίστηκαν για

σήμερα το πρωί (σ.σ. εννοεί την Τετάρτη), αναβλήθηκαν για έναν… μήνα! Ο

λόγος είναι απλός: τρέμουν την πιθανότητα να αποδειχθεί ότι ο Σάββας κατέθεσε

όσα λένε ό,τι κατέθεσε υπό την επήρεια ψυχοτρόπων φαρμάκων – με έγχυση

συγκεκριμένων δραστικών ουσιών στις καρωτίδες που αχρηστεύουν τον εγκέφαλο και

καθιστούν υποχείριο τον ασθενή.

Δεν θέλουν να ξεσκεπαστεί το έγκλημα που έγινε στον «Ευαγγελισμό» – όχι

τουλάχιστον πριν βγει το αποτέλεσμα της δίκης…».