Ο Γκορ Βιντάλ δεν μπορούσε να βρει στην αρχή αγγλόφωνο εκδότη να δημοσιεύσει

το άρθρο του για την 11η Σεπτεμβρίου. Το άρθρο το είχε ζητήσει το περιοδικό

Vanity Fair (αμέσως μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου), στη συνέχεια

αρνήθηκε να το δημοσιεύσει κι έτσι ο Γκορ Βιντάλ βρήκε έναν Ιταλό εκδότη κι

εκεί δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε ένα βιβλίο που περιείχε και παλιότερα

δοκίμιά του. Αφού έγινε επιτυχία στην Ιταλία και τη Γαλλία, μετά εκδόθηκε και

στην Αμερική

Παρά την ηλικία του (78 ετών) και παρά το γεγονός ότι ο διαβήτης έχει

δυσκολέψει την καθημερινότητά του, παραμένει ένας ενεργός μαχητής της

ελεύθερης σκέψης και κάθε νέα του εμφάνιση, είτε μέσω των βιβλίων του, είτε

μέσω των άρθρων του σε εφημερίδες και περιοδικά – είναι άλλωστε πολυγραφότατος

– προκαλεί… εφίδρωση στις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών (και

σίγουρα ένα ελαφρύ χτυποκάρδι στο πρόεδρο Μπους).

Ο Γκορ Βιντάλ, συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ιστορικός, πολιτικός σχολιαστής

(ηθοποιός, εκδότης κ.λπ. κ.λπ.), ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους

Αμερικανούς διανοούμενους, ο άνθρωπος που στο πιο πρόσφατο βιβλίο του (που

ακόμη δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά) χαρακτήρισε την κυβέρνηση Μπους «η χούντα

της διοίκησης Τσένι – Μπους», μιλάει στα «ΝΕΑ» με αφορμή το προτελευταίο του

βιβλίο «Διαρκής πόλεμος για διαρκή ειρήνη: πώς καταφέραμε να γίνουμε τόσο

μισητοί» (Εκδόσεις Scripta).

Το βιβλίο είναι ένας καταπέλτης για την αμερικανική πολιτική, την κυβέρνηση

Μπους και τους «παρατρεχάμενούς» της. Αποτελείται από άρθρα που ζητήθηκαν από

τον συγγραφέα μετά την εκλογή του προέδρου Μπους και τα γεγονότα της 11ης

Σεπτεμβρίου, καθώς και ένα παλιότερο δημοσίευμά του πάνω στον εκτελεσθέντα

Τίμοθι ΜακΒέι, τον «παράφρονα» βομβιστή της Οκλαχόμα, με τον οποίο ο Γκορ

Βιντάλ αλληλογραφούσε επί τρία χρόνια. Επί της ουσίας, το νέο του βιβλίο δεν

λέει τίποτα παραπάνω απ’ αυτά που επαναλαμβάνει χρόνια τώρα ο Γκορ Βιντάλ, για

τη σταδιακή δηλαδή – και τον τελευταίο καιρό δραματική – μεταστροφή της

δημοκρατικής Αμερικής σε ένα ολοκληρωτικό κράτος, που το μόνο του ενδιαφέρον

είναι να πραγματοποιήσει τα κατακτητικά του πλάνα – οι βάσεις των οποίων

ετέθησαν επί προεδρίας Τρούμαν.

«Πριν από 50 χρόνια, ο Χάρι Τρούμαν αντικατέστησε την παλιά δημοκρατία

με ένα κράτος εθνικής ασφάλειας, μοναδικός σκοπός του οποίου είναι να διεξάγει

διαρκείς πολέμους, θερμούς, ψυχρούς και χλιαρούς», γράφει ο Βιντάλ στο βιβλίο

του «Διαρκής Πόλεμος». «Ακριβής ημερομηνία αντικατάστασης; Η 27η Φεβρουαρίου

1947. Τόπος: η αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου στον Λευκό Οίκο. Ο

ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Άρθουρ Βάντεμπεργκ είπε στον Τρούμαν ότι θα

μπορούσε να έχει την στρατιωτικοποιημένη οικονομία του μόνο εάν προηγουμένως

κοψοχόλιαζε τον αμερικανικό λαό ότι έρχονται οι Ρώσοι. Ο Τρούμαν το άκουσε. Ο

διαρκής πόλεμος άρχισε…».

Αυτό όμως που κάνει τον αναγνώστη να παγώνει διαβάζοντας Βιντάλ, είναι ότι

βλέπει να επαληθεύονται μπροστά στα μάτια του όλα τα εφιαλτικά σενάρια που

έχει συνθέσει συζητώντας κατά καιρούς με τους φίλους του, βάζοντας σε τάξη τις

ψηφίδες των σκόρπιων γνώσεών του και της ελλιπούς ενημέρωσής του. Ο Βιντάλ

όμως γνωρίζει. Είναι ένας συγγραφέας που εκτός από τη μυθοπλαστική του

ικανότητα και τις αφηγηματικές του αρετές, εκτός από το αιχμηρό του χιούμορ,

τον σαρκασμό, την ευρυμάθειά του σε ιστορικά θέματα και την αναλυτική του

ικανότητα, έχει παρακολουθήσει βήμα προς βήμα την αμερικανική πολιτική των

τελευταίων 50 χρόνων – άλλωστε έχει βάλει δύο φορές υποψηφιότητα για

γερουσιαστής – γεγονός που έχει εκφράσει πάμπολλες φορές ακόμα και μέσα στα

μυθιστορήματά του (όπως στην αποκαλυπτική και, δυστυχώς, προφητική «Χρυσή

Εποχή» που κυκλοφόρησε το 2000).

«Ποτέ δεν αναρωτήθηκε η χούντα που μας διοικεί αν (η ίδια) προκάλεσε τον

Τίμοθι ΜακΒέι (σ.σ.: στη φωτογραφία στην προσαγωγή του)», λέει ο Γκορ Βιντάλ,

που αλληλογραφού-σε με τον βομβιστή της Οκλαχόμα. «Ούτε αν προκάλεσε και τον

Μπιν Λάντεν…»

Όσοι τον γνωρίζουν λοιπόν, δεν πρόκειται να εκπλαγούν από την αιχμηρότητα του

νέου του βιβλίου, ούτε από τη γοητεία της γραφής του. Μια γραφή που

αποκαλύπτει ένα νεανικό, σχεδόν εφηβικό πνεύμα, που του αρέσει να σηκώνει

ανέμους στο πέρασμά του.

«Αφότου η Σοβιετική Ένωση τόσο δόλια διαλύθηκε, προκειμένου να επιδοθεί στον

πρωτοκαπιταλισμό και την τήρηση διπλών λογιστικών βιβλίων, οι πολέμαρχοί μας

αναζητούν αγωνιωδώς νέους εχθρούς, προκειμένου να δικαιολογήσουν έναν διαρκώς

διογκούμενο προϋπολογισμό, γράφει στο «Διαρκής πόλεμος για διαρκή ειρήνη».

«Τελευταία έχει ενσκήψει και νέος κίνδυνος, σαφής και άμεσος: τα κακοποιά

κράτη. Επί του παρόντος δακτυλοδείχνουμε τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ και το Ιράν,

ενώ 1 δισ. μουσουλμάνων του κόσμου έχουν δαιμονοποιηθεί ως παράφρονες,

φανατικοί, ταγμένοι στην καταστροφή κάθε καλού που υπάρχει σ’ αυτήν τη Γη,

δηλαδή ημών».

Λίγο πριν ο πρόεδρος Μπους σημάνει και επισήμως τη λήξη του πολέμου στο Ιράκ,

τα λόγια του Γκορ Βιντάλ (μέσα από το βιβλία του, αλλά και τη συνέντευξη που

μας παραχώρησε με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Συνεχής Πόλεμος» στα

ελληνικά), ηχούν ακόμη πιο δυσοίωνα, πιο απειλητικά γι’ αυτόν τον νέο

«παναμερικανικό αιώνα», που σιγά σιγά αρχίζει και παίρνει συγκεκριμένη μορφή

μπροστά στα μάτια μας. Και βέβαια μπροστά στα μάτια του αμερικανικού λαού, που

σε συντριπτικό ποσοστό μοιάζει υπνωτισμένος και παραδομένος στις μεγαλοστομίες

των προεδρικών διαγγελμάτων. Μέσα σε μια τέτοια χαύνωση, κουβέντες όπως αυτή

του Βιντάλ, «οι υλικές βλάβες που είναι σε θέση να μας προκαλέσουν ο Μπιν

Λάντεν και οι φίλοι του, όσο τρομερές κι αν υπήρξαν μέχρι σήμερα, δεν είναι

τίποτα μπροστά σ’ αυτό που κάνουν στις ελευθερίες μας», ακούγονται σαν μικρές

εκρήξεις διαύγειας, που φαίνεται να υπονομεύεται συστηματικά στη σύγχρονη

αμερικανική κοινωνία.

Γιατί νομίζετε ότι είναι τόσο απαθείς οι πολίτες του δυτικού ημισφαιρίου

(και ιδίως ο μέσος Αμερικανός) ακόμη και σε τέτοιες αλλαγές, που τον αφορούν

άμεσα;

«Αν δεν έχεις ακούσει ποτέ τη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι

αδύνατον να προσέξεις ότι διαλύεται. Οι περισσότεροι Αμερικανοί, μετά βίας

θυμούνται ότι το Σύνταγμά μας διαθέτει ασφαλιστικές δικλίδες, που προστατεύουν

τον πολίτη από τη σύλληψη και τη φυλάκιση (και τώρα την εξορία, αν το Patriot

Act No2 γίνει νόμος). Η αμερικανική Ιστορία διδάσκεται τόσο άσχημα που, κάθε

χρόνο, όταν το Πανεπιστήμιο Purdue ρωτάει τους μαθητές του Γυμνασίου αν είναι

υπέρ των συλλήψεων άνευ εντάλματος, ψηφίζουν κατά της Διακήρυξης των

Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κανένας λαός τόσο αδαής δεν μπορεί να επιζήσει σε

οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας».

Ποια είναι η γνώμη σας για την εισβολή στο Ιράκ;

«Η εισβολή βασίστηκε σε δύο ψευδείς υποθέσεις: 1) Ο Σαντάμ Χουσεΐν συνδεόταν

με τον Μπιν Λάντεν και το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου. 2) Είχε όπλα μαζικής

καταστροφής που σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μας, για τον μοναδικό

λόγο ότι είναι κακός. Η Ευρώπη και όσοι από τους Αμερικανούς είναι σε θέση να

δουν πίσω από την αμερικανική προπαγάνδα, ξέρουν ότι τα μίντια στην Αμερική

ανήκουν στους ίδιους ανθρώπους που πληρώνουν για τις προεδρικές εκλογές, οι

οποίοι κερδίζουν από τον διαρκή πόλεμο για τη διαρκή ειρήνη. Έτσι λοιπόν

καταστρέψαμε το Ιράκ, όπως καταστρέψαμε και το Αφγανιστάν, για να έχουμε εμείς

το ιρακινό πετρέλαιο και να κτίσουμε τον αγωγό UNOCAL. Και για να ξαναχτίσουμε

εμείς αυτά που μόλις διαλύσαμε χρησιμοποιώντας τις εταιρείες που ανήκουν στους

χρηματοδότες του Μπους. Μαύρη κωμωδία, εντελώς».

Νομίζετε πως η Αμερική σχεδιάζει να επιτεθεί και σε άλλες χώρες, λόγου χάρη

στη Συρία ή το Ιράν;

«Και βέβαια το προγραμματίζει. Ευτυχώς, δεν υπάρχει χρήμα προς το παρόν. Η

Αμερική των εταιρειών και οι πλούσιοι δεν πληρώνουν πλέον φόρους στα κέρδη

τους. Το χρέος μας ανέρχεται σε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια και κανένας δεν

σπεύδει να μας δανείσει, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Οι 50 Πολιτείες σήμερα

δεν έχουν τα απαραίτητα εισοδήματα για να κρατήσουν τα σχολεία και τις

καθημερινές τους υπηρεσίες. Είναι η χειρότερη κρίση της Αμερικής τον τελευταίο

αιώνα».

Υπάρχει, έστω, μια μικρή ελπίδα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν;

«Χρεοκοπία σημαίνει αλλαγή, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά…»

«Έχουμε επιτρέψει την εξαγορά των θεσμών μας»

Για ένα πράγμα δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Βιντάλ. Ότι δεν έχει το

διεισδυτικό βλέμμα του διανοούμενου που «ξαναδιαβάζει» την Ιστορία από την

αρχή, καταρρίπτοντας όλες τις εδραιωμένες παραδοχές της, αλλά και το πάθος

ενός ακούραστου, διαρκώς σε εγρήγορση μυαλού, που δεν σταματάει να «φωνάζει»,

να σατιρίζει, να προκαλεί. Η συστηματική καταπάτηση των αρχών της Διακήρυξης

των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι μια πραγματικότητα για τον Βιντάλ. «Μόνο η

Αμερική των εταιρειών απολαμβάνει εκπροσώπησης από το εκάστοτε Κονγκρέσο και

τον εκάστοτε πρόεδρο», λέει, «για την οποία πληρώνει στα πλαίσια ενός

διακανονισμού όπου κανείς δεν είναι εντελώς υπόλογος, γιατί εκείνοι που έχουν

εξαγοράσει την κυβέρνηση έχουν στην κατοχή τους και τα ΜΜΕ».

«Εμείς, ο μη αντιπροσωπευόμενος λαός των Ηνωμένων Πολιτειών», συνεχίζει,

«είμαστε εξίσου θύματα αυτής της στρατιωτικοποιημένης κυβέρνησης, όσο είναι

και οι Παναμέζοι, οι Ιρακινοί και οι Σομαλοί. Έχουμε επιτρέψει την εξαγορά των

θεσμών μας στο όνομα μιας παγκοσμιοποιημένης αμερικανικής αυτοκρατορίας που,

ως έννοια, είναι ξένη προς οτιδήποτε είχαν στο μυαλό τους οι ιδρυτές του

έθνους μας».

«Η δική μας πανούκλα έρχεται από την Κίνα»!

Πού νομίζετε ότι θα οδηγήσει την ανθρωπότητα η πολιτική της Αμερικής; Και

τι επίπτωση θα έχει στην ίδια την Αμερική;

«Η δική σας Ιστορία είναι το καλύτερο παράδειγμα. Ο αναπόφευκτος πόλεμος με

τη Σπάρτη, η φρικτή εκστρατεία κατά των Συρακουσών – όπως η δική μας εναντίον

του μουσουλμανικού κόσμου – η πανούκλα που διέλυσε το κράτος σας. Σ’ εμάς η

πανούκλα έρχεται από την Κίνα».

Ο εφιάλτης είναι (ακόμα) εδώ

Σε διάστημα μικρότερο του ενός χρόνου, και ενώ το «Διαρκής Πόλεμος» γινόταν

μεγάλη εκδοτική επιτυχία στην Ευρώπη και αργότερα στην Αμερική, ο Βιντάλ

«ξαναχτύπησε» με νέο, ακόμη πιο προκλητικό βιβλίο, το «Dreaming War: Blood for

Oil and the The Cheney – Bush Junta» (Ονειρευόμενοι τον πόλεμο: αίμα για το

πετρέλαιο και η χούντα των Τσέινι – Μπους). Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, στο

κύριο άρθρο του – που κατ’ αρχήν είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Observer» –

θέτει ανοικτά τα ερωτήματά του κατά πόσον η κυβέρνηση Μπους γνώριζε για την

11η Σεπτεμβρίου και απλά την άφησε να συμβεί. Πόση πληροφόρηση είχαν οι

αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες πριν από την τραγωδία; Μήπως υπήρξε μια μορφή

συνεργασίας με κάποιους από τους «κρατούντες» της Ουάσιγκτον που έψαχναν μια

αφορμή για μια γενικευμένη στρατιωτική επιχείρηση σε όλο τον κόσμο; Ποια

συμφέροντα εξυπηρετούνται από το νέο αμερικανικό δόγμα των προειδοποιητικών

επιθέσεων;

Τα έντεκα άρθρα (και μια συνέντευξη) που δημοσιεύονται σ’ αυτή την

τελευταία έκδοση, δίνουν το εφιαλτικό πρόσωπο μιας Αμερικής που δρα με

εκδικητικότητα, παραδομένη στην ενορχηστρωμένη ιαχή πολέμου των Μέσων

Ενημέρωσης και στο πιο κυνικό και πολεμοχαρές δίδυμο (Τσέινι – Μπους) των

τελευταίων χρόνων.

INFO

Gore Vidal, «Διαρκής πόλεμος για διαρκή ειρήνη – Πώς καταφέραμε να γίνουμε

τόσο μισητοί», μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις Scripta, σελ. 180, τιμή 10

ευρώ.

Gore Vidal, «Dreaming War – Blood for oil and the Cheney-Bush Junta», Εκδόσεις

Thunder’s Mout Press/ Nation Books, σελ. 176, τιμή (Amazon.com): 9 ευρώ.