Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, σε πολύ μικρή ηλικία, με τον πατέρα του Γιάννη, στο

καφενείο του στην οδό Αντωνίου Θεοχάρη 58, στον Πειραιά. Μέσα σ’ αυτό το

παραδοσιακό μαγαζί, ο Δημήτρης Γκόγκος-Μπαγιαντέρας, που ήταν μόνιμος θαμώνας,

έγραψε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του: «Από βραδύς ξεκίνησα μ’ έναν παλιό

μου φίλο, για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο». Στη διπλανή

φωτογραφία ο -έφηβος- Δημήτρης στους δρόμους του Πειραιά

«Το θέατρο δεν με πρόδωσε ποτέ. Ό,τι του έδωσα μού το ανταπέδωσε στο

δεκαπλάσιο. Δόξα, αναγνώριση, αγάπη. Αντίθετα με την προσωπική μου ζωή που της

πρόσφερα πολλά, μου επέστρεψε πολύ λίγα».

Εξομολόγηση του Δημήτρη Παπαμιχαήλ στη βιογραφία του «Ένας μύθος, μία

ιστορία», που πρόκειται να κυκλοφορήσει εντός των ημερών σε βιβλίο από τις

εκδόσεις «Άγκυρα». Με λόγια απλά, γεμάτα αλήθεια και πάθος, ο δημοφιλής του

θεάτρου και του κινηματογράφου περιγράφει στον Μάκη Δελαπόρτα άγνωστες στιγμές

από τη ζωή του και την πορεία του στη σκηνή και στην οθόνη.

Ο συγγραφέας αναφέρει μεταξύ άλλων στο προλογικό του σημείωμα ότι οι

συναντήσεις με τον Παπαμιχαήλ και οι συζητήσεις που έκαναν ήταν πάνω στα

μαθήματα ζωής. Καθόμουν απέναντί του – τονίζει – και τον άφηνα να μιλάει ώρες

ατελείωτες. Ένας χείμαρρος συναισθημάτων, μια εκπομπή διαρκούς ενέργειας και

ένα χιούμορ που πήγαζε από τις συνεχείς καταδύσεις στις εσωτερικές του

αναζητήσεις. Ο Παπαμιχαήλ σήμερα είναι ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ.

Ωρίμασε συνθηκολογώντας με τον χρόνο. Δεν έδωσε ποτέ τη μάχη για να μείνει

νέος, γιατί ήξερε καλά ότι στο τέλος θα τη χάσει. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να

έχει παίξει τους μεγάλους ρόλους, αν δεν είχε περάσει από πάνω του η πατίνα

του χρόνου.

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στο βιβλίο «Ένας μύθος, μια ιστορία» αναφέρει

πολλές και άγνωστες πλευρές της ζωής του. Ανοίγει την καρδιά του και μιλάει

για τον εαυτό του, την Αλίκη, τον έρωτα, για τα πάντα. Ζωντανεύει αλησμόνητες

στιγμές από τα παιδικά του χρόνια, τον Πειραιά, το Χατζηκυριάκειο. Αφηγείται

με λεπτομέρειες για την πρώτη του παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.

Θυμάται τις δύσκολες εξετάσεις που έδωσε για τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου,

τους πρώτους μικρούς ρόλους που έπαιξε, τη στρατιωτική του θητεία που

υπηρέτησε στο Πεζικό και ζωντανεύει με δυνατή περιγραφή τον πρώτο μεγάλο ρόλο

με τον «Γλάρο» του Τσέχωφ, τον χειμώνα του 1957 στο Εθνικό, πλάι στην Κυβέλη,

τη Μανωλίδου, τον Κωτσόπουλο και τη Διαμαντίδου.

Για πρώτη φορά ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ αποκαλύπτει ότι ο πρώτος του μεγάλος

έρωτας ήταν η Δέσπω Διαμαντίδου, ενώ μιλά και για τον δεσμό του με την Κάτια

Δανδουλάκη.

Παράλληλα με το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ μιλάει για

την ιδιωτική του ζωή και δίνει έμφαση σε ορισμένα γεγονότα που τον σημάδεψαν,

όπως ο δεύτερος γάμος του στη Θεσσαλονίκη με τη Νανά, που έγινε παρουσία λίγων

φίλων του και χωρίς τα φλας των δημοσιογράφων. Αποκαλύπτει ακόμη πως όταν

συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (δέκα χρόνια μετά τον χωρισμό τους) στο

έργο «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα», βοηθός σκηνοθέτης σ’ αυτό το έργο ήταν η νέα του

σύζυγος Νανά Παπαμιχαήλ που με την Αλίκη έγιναν αχώριστες φίλες.

Πολύ ενδιαφέρον και χρηστικό το τμήμα του βιβλίου όπου υπάρχουν με όλες τις

λεπτομέρειες όλες οι ταινίες όπου έχει πρωταγωνιστήσει ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ

και σε κάθε ταινία υπάρχει και μία φωτογραφία. Με πλήρη στοιχεία υπάρχουν όλα

τα θεατρικά έργα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

«Εγώ με αυτήν την ψηλομύτα;»

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1965. Ο γάμος Παπαμιχαήλ-Βουγιουκλάκη, στον Άγιο

Νικόλαο στους Δελφούς. Όταν τελείωσε το μυστήριο και το διάσημο ζευγάρι βγήκε

στην πόρτα της εκκλησίας, πάνω από 100 λευκά περιστέρια πέταξαν ελεύθερα στον

ουρανό και άστραψαν εκατοντάδες φλας

Η σχέση του Δημήτρη Παπαμιχαήλ με την Αλίκη Βουγιουκλάκη δεν σημάδεψε μόνο τη

ζωή τους και την καλλιτεχνική τους πορεία, αλλά και την ιστορία του ελληνικού

κινηματογράφου, του θεάτρου, της τέχνης και του πολιτισμού γενικότερα. Στα

περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου «Ένας μύθος, μία ιστορία» γίνεται ειδική

αναφορά με λεπτομέρειες και φωτογραφίες γύρω από τη ζωή των δύο μεγάλων

καλλιτεχνών. Όλα άρχισαν από μία τυχαία συνάντηση έξω από το κτίριο της Σχολής

του Εθνικού Θεάτρου όπου περίμεναν να δώσουν εξετάσεις. Ο Δημήτρης περιγράφει

αυτή τη σκηνή:

«Εκεί λοιπόν σε μια γωνιά καθότανε και περίμενε τη σειρά της ένα κορίτσι

μελαχρινό με πολύ λαμπερό πρόσωπο που τα πόδια της όμως στην κυριολεξία

τρέμανε. Κοιταχτήκαμε αστραπιαία αλλά έντονα.

Και οι δύο ταυτόχρονα αισθανθήκαμε ότι αυτό το κοίταγμα δεν ήταν και τόσο

τυχαίο. Τότε η κοπέλα με πλησίασε:

– Αχ, έχω πάρα πολύ τρακ!

– Κι εγώ, δεσποινίς.

– Θα δώσετε κι εσείς εξετάσεις; (με ρώτησε).

– Μάλιστα!

– Πώς σας λένε;

– Δημήτρη! Εσένα;

– Αλίκη! Αλίκη Βουγιουκλάκη! Από πού είσαι, Δημήτρη, αν επιτρέπεται;

– Απ’ τον Πειραιά, το Χατζηκυριάκειο!

– Μμμ, έκανε μια γκριμάτσα υποτιμητική. Απ’ το Χατζηκυριάκειο;

– Γιατί δεν σας αρέσει, δεσποινίς; Εσείς από πού είστε;

– Απ’ τον Άγιο Παύλο, απάντησε εκείνη με ύφος υπεροπτικό.

– Ε, χειρότερα είν’ εκεί, δίπλα στα τρένα, της απάντησα με ικανοποίηση.

– Βρε άει από δω (μου είπε). Μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε».

Αυτή ήταν η πρώτη επεισοδιακή γνωριμία της Αλίκης και του Δημήτρη, που έμελλε

να εξελιχθεί αργότερα σε μια σχέση πάθους και να σαρώσει σκηνές και οθόνες.

Συμμαθητής στη Σχολή του Εθνικού ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η Αλίκη

Βουγιουκλάκη συναντώνται για πρώτη φορά στην ταινία «Αστέρω», μια παραγωγή της

Φίνος Φιλμ, ενώ ακόμη δεν έχουν παίξει ούτε στο θέατρο. Η Αλίκη στην αρχή δεν

είδε με καλό μάτι τη συνεργασία τους, αφού από την πρώτη στιγμή που

γνωρίστηκαν τρώγονταν σαν το σκύλο με τη γάτα.

– Μ’ αυτόν τον ξεροκέφαλο θα παίξω; ήταν η πρώτη της κουβέντα.

– Κι εγώ μ’ αυτήν την ψηλομύτα; έλεγε εκείνος.

Ο Φίνος όμως επέμενε:

– Θα είστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι του κινηματογράφου. Θα σκίσετε, της έλεγε.

Πόσο δίκιο είχε! Είχε οραματιστεί το μέλλον τους. Ένιωθε πως όλη αυτή η

ανεξήγητη κόντρα κάπου καλά θα τους έβγαζε, επισημαίνει ο Μάκης Δελαπόρτας και

συνχίζει:

«Όσο κι αν κονταροχτυπιόντουσαν (τις πιο πολλές φορές χωρίς λόγο), εκείνος

κρατούσε τις λεπτές ισορροπίες τους με μοναδική μαεστρία. Ήξερε να κουμαντάρει

την Αλίκη και να ηρεμεί τον Δημήτρη».

Η στιγμή της πλατειάς αναγνώρισης για τους δύο πρωταγωνιστές έρχεται με την

ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», το 1959. Η

δημοτικότητα και για τους δύο ανεβαίνει συνεχώς με τις ταινίες του Φίνου «Η

Αλίκη στο Ναυτικό» και «Χτυποκάρδια στο θρανίο». Ουρές μεγάλες έξω από τους

κινηματογράφους, αποθέωση και καταξίωση για τους δύο που αναδεικνύονται το

εμπορικότερο ζευγάρι στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Ο κεραυνοβόλος έρωτας ανάμεσα στον Παπαμιχαήλ και στη Βουγιουκλάκη

«κτύπησε» μέσα από το θέατρο, στις πρόβες του έργου του Ζακ Ανουίγ «Κολόμπ»,

που ανέβασαν αργότερα.

Η Αλίκη εκείνη την εποχή είχε αγοράσει το διαμέρισμά της στη Στησιχόρου και το

ετοίμαζε. Ένα τεράστιο οροφοδιαμέρισμα κοντά στ’ ανάκτορα. Πάνω από τριακόσια

τετραγωνικά. Δεν έδειχνε όμως και ιδιαίτερα ευχαριστημένη!

Τι έχεις; τη ρώτησε ένα βράδυ πάνω στη σκηνή ο Δημήτρης, αφού βρισκόταν στο

βάθος και παιζόταν μια σκηνή μπροστά από τους άλλους ηθοποιούς.

– Τι να έχω; Δεν είμαι καλά!

– Γιατί; την ξαναρώτησε εκείνος.

Ε, να! Πήρα το σπίτι στη Στησιχόρου και κυκλοφορώ απ’ το ένα δωμάτιο στ’ άλλο

μόνη μου. Είναι άσχημη η μοναξιά. Δεν μπορείς να χαρείς τίποτα.

– Θέλεις να έρθω να σου κάνω παρέα;

– Πώς, δηλαδή, ρώτησε εκείνη.

– Να μένουμε μαζί!

– Μαζί;

– Ναι, μαζί!

– Πώς, βρε Δημήτρη, να μένουμε μαζί;

– Αν παντρευτούμε, πώς θα μένουμε χώρια;

– Τι είπες; ρώτησε ξαφνιασμένη.

– Αλίκη, θέλεις να παντρευτούμε; επανέλαβε εκείνος πολύ σοβαρά.

– Να παντρευτούμε;

– Ναι, Αλίκη, θέλω να γίνεις γυναίκα μου.

– Μα εσύ μέχρι χτες με κακολογούσες!

– Σε κακολογούσα γιατί βαθιά μέσα μου σ’ αγαπούσα!

– Αλήθεια το λες; τον ξαναρώτησε.

– Σ’ αγαπώ σαν τρελός.

– Κι εγώ σ’ αγαπώ, Δημήτρη, του είπε με δάκρυα στα μάτια.

Με τη Λαμπέτη

Τον χειμώνα του 1978 ο Δημήτρης συνεργάζεται για δεύτερη φορά με την Έλλη

Λαμπέτη στο θέατρο. Ανεβάζουν στο «Σούπερ-σταρ» τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του

Ντ. Φιλίπο. Την παράσταση σκηνοθετεί ο Μάουρο Μπολονίνι.

Η Λαμπέτη, στον ομώνυμο ρόλο, συγκλονιστική. Η ίδια δηλώνει πως είναι τυχερή

που ξαναβρίσκεται στη σκηνή με τον Δημήτρη, που τον θεωρεί ένα από τα «ιερά

τέρατα της υποκριτικής τέχνης». Πράγματι, ο Δημήτρης δημιουργεί μια μεγάλη

ερμηνεία στον ρόλο του Ντομένικο Σοριάνο. Οι κριτικές που πήρε ήταν

διθυραμβικές:

«Ο κ. Παπαμιχαήλ χάρισε στο θέατρο κι άλλο ένα μεγάλο ρόλο με τα λιγοστά μέσα.

Όταν ένας ηθοποιός φτάνει με την τεχνική του να εξαφανίζει την τεχνική του,

αγγίζει την ουσία της υποκριτικής τέχνης». Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Το Βήμα»

(30-11-1978).

«Ο Δ. Παπαμιχαήλ έδωσε ένα θαυμάσιο χαρακτήρα αστού που κυμαίνεται ανάμεσα στα

ανδρικά του δικαιώματα και σε κάποια ανθρωπιά που κρύβει. Πέρασε από

πολυποίκιλες ψυχολογικές καταστάσεις με θεατρική δεξιοτεχνία». Στάθης

Δρομάζος, «Η Καθημερινή» (2-12-1978).

Τρακ δίπλα στον Κουν

Μάγο της ευαισθησίας και της υπερβολής θεωρεί τον Κάρολο Κουν ο Δημήτρης

Παπαμιχαήλ και υποστηρίζει πως η συνεργασία μαζί του υπήρξε από τις πιο

σημαντικές στιγμές στην καλλιτεχνική του πορεία.

Παρά το γεγονός ότι ο Κουν είχε απόλυτες απόψεις για τον κινηματογράφο και την

τηλεόραση, δεν δίστασε να κάνει πρόταση στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ να παίξει

πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Θείος Βάνιας». Τότε ο δημοφιλής πρωταγωνιστής

είχε δηλώσει:

«Το τρακ που έχω για να παίξω τον γιατρό Αστρόφ είναι μεγάλο, αλλά γίνεται

μεγαλύτερο γιατί τον ρόλο του Θείου Βάνια θα τον κρατήσει ο ίδιος ο Κουν».

Πάντως η παράσταση αυτή σημείωσε μεγάλη επιτυχία (τον χειμώνα του 1960),

καλλιτεχνική και εμπορική. Μεγάλες ήταν οι ουρές από το υπόγειο θέατρο του

Κουν και του κινηματογράφου «Ορφέα» στη στοά, όπου παιζόταν για πολλές

εβδομάδες «Η Αλίκη στο Ναυτικό», με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Άλλος ξεχωριστός ρόλος του ήταν εκείνος του Ιππόλυτου, στην ομώνυμη παράσταση

του 1964 (φωτογραφία).

Οι δικοί του άνθρωποι

Με τη δεύτερη σύζυγό του, Νανά (χώρισαν το 1990)

Ο Δημήτρης πάντα έδειχνε μεγάλη αφοσίωση στους ανθρώπους που εκείνος είχε

επιλέξει να βρίσκονται κοντά του. Τους θεωρεί όλους ακριβούς και σπουδαίους,

ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή το κοινωνικό status τους.

«Πάνω απ’ όλα», όπως λέει, «μετράει η ψυχική επαφή που έχει με τον καθένα και

η θετική ενέργεια που απορρέει από μια φιλική ή βαθιά συναισθηματική σχέση».

Ήταν πάντα δύσπιστος με τους γύρω του.

Από πολύ νέος, αφού ήταν πολύ δημοφιλής, υπήρχαν άνθρωποι που τον πλησιάζουν,

ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Πολλοί από αυτούς ήταν βέβαια καθαρά

συμφεροντολογικοί. Όταν το υποψιαζόταν αυτό, στην κυριολεξία εξαφανιζόταν.

Σήμερα ζει μια ήσυχη ζωή δίπλα σε ανθρώπους που του έχουν αποδείξει την

αληθινή αγάπη και αφοσίωσή τους. Εκτός από τον Γιάννη, τον γιο του, ιδιαίτερη

αδυναμία έχει στον ανιψιό του, τον Γιώργο Παπαμιχαήλ. Γιο του μικρότερου

αδελφού του, που δυστυχώς έχασε πριν από τέσσερα χρόνια. Ο Γιώργος είναι πολύ

κοντά στον θείο – νονό του, σε ό,τι χρειαστεί. «Ο Γιώργος είναι πολύ εργατικό

και ευαίσθητο παιδί και εγώ τον θεωρώ σαν γιο μου. Εξάλλου είναι το παιδί του

αδελφού μου».

Η Βάνα Ορφανού, η εξαδέλφη του Δημήτρη, που συγκατοικεί κι εκείνη στην ίδια

πολυκατοικία με τον Δημήτρη στο Χαλάνδρι, είναι πολύ κοντά του πολλά χρόνια

τώρα. Ένα σημαντικό στήριγμα στο σπίτι του, της χρωστάει πολλά.

Ο Αλέξανδρος, ο άνθρωπος του σπιτιού του, που τον περιποιείται και τον

φροντίζει τα τελευταία επτά χρόνια.

Η πρώην γυναίκα του Νανά Παπαμιχαήλ (από τον δεύτερο γάμο του) με την οποία

διατηρούν ακόμη και σήμερα φιλικές σχέσεις κι έχουν συχνή επικοινωνία.

Η μοναξιά και το στήριγμα

Έπειτα από τον χαμό της Αλίκης, ο Δημήτρης τα τελευταία χρόνια πέρασε άλλα δύο

προσωπικά δράματα. Έχασε τη μητέρα του και τον μικρότερο αδελφό του. Δύο

πρόσωπα που λάτρευε. Και τότε λύγισε. Ατέλειωτες ώρες πόνου και μοναξιάς. Μόνο

στο θέατρο έβρισκε διέξοδο. Στην προσωπική του ζωή όμως ήταν μόνος.

Ο Γιάννης, ο γιος του, είχε τις δικές του ασχολίες, με τα κληρονομικά της

μητέρας του και τα προσωπικά τα δικά του. Εξάλλου, δεν ζούσαν μαζί. Ο Δημήτρης

είχε ανάγκη από στήριγμα.

Ένα βράδυ, ένας φίλος του γιατρός τον προσκαλεί να βγούνε έξω για να φάνε.

Στην αρχή αρνείται, αλλά τελικά μετά την επιμονή του δέχεται. Εκείνο το βράδυ

στην παρέα ήταν καλεσμένη και η ηθοποιός Νάντια Μουρούζη. Ο Δημήτρης, όταν την

αντίκρυσε και αφού συζήτησαν για λίγο μεταξύ τους, ενθουσιάστηκε από την τόσο

καλλιεργημένη προσωπικότητά της. Από την άλλη, δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από

τα δικά της. «Δεν έχω ξαναδεί πιο υπέροχα μάτια», της είπε! Αυτό ήταν!

Από την άλλη μέρα έγιναν αχώριστοι! Μιλούσαν ατελείωτες ώρες για το θέατρο, το

σινεμά, για τα κοινά τους ενδιαφέροντα και περνούσαν καταπληκτικά. Ο Δημήτρης

άρχισε να ξαναβρίσκει αισιοδοξία για τη ζωή, αφού μέσα από τη σχέση του με τη

Νάντια αισθανόταν μια μαγική δύναμη. «Η Νάντια ήρθε στη ζωή μου», λέει, «την

κατάλληλη στιγμή. Ο Θεός αισθάνομαι ότι τελικά μ’ αγαπάει και τον ευχαριστώ.

Μου έστειλε ένα δώρο. Ο ερχομός της Νάντιας με γέμισε χαρά και κουράγιο».

INFO

Το βιβλίο «Ένας μύθος, μία ιστορία» του Μάκη Δελαπόρτα θα κυκλοφορήσει εντός

των ημερών από τις εκδόσεις «Άγκυρα». Περιλαμβάνει και cd με γνωστά τραγούδια

που ερμήνευσε. Σελ. 300, τιμή: 27 ευρώ