Ο κινηματογράφος του Λουκίνο Βισκόντι, του ουμανιστή αριστοκράτη, του

«κόκκινου κόμη» όπως χαρακτηριστικά τον είχαν επονομάσει, ήταν ένα Βερντικό

ρέκβιεμ για μια συμπαντική απώλεια. Τον θάνατο μιας εποχής, μιας κοινωνίας,

ενός πολιτισμού. Και στο μνημειώδες έργο του «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του»

(Rocco and his brothers) – 1960 – που έχει γράψει τη δική του, μοναδική,

ιστορία και μαζί του δεν έχουν, απλώς, μεγαλώσει γενιές και γενιές σινεφίλ,

αλλά τάραξε την ύπαρξή τους και στάθηκε σημείο αναφοράς στα οράματά τους,

εμπεριέχονται όλα αυτά. Σήμερα, μάλιστα, μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε την

ταινία από μία άλλη πλευρά, ως έναν «απολογισμό» – προσωπικό, αλλά και

κοινωνικό, του κόσμου μας, της Δύσης…

Πότε ο άνθρωπος ήταν πιο ευτυχισμένος ή, έστω, ένιωθε πως είναι πιο κοντά στον

εαυτό του; Στα χρόνια της ανέχειας και της ταπεινότητας που ζει η οικογένεια

της ταινίας του Βισκόντι ή στη μετα-καταναλωτική εποχή μας; Τότε που

πεινούσαμε και ονειρευόμασταν ή τώρα που είμαστε παχύδερμοι και με

μεταλλαγμένη συνείδηση; Ή, μήπως, ο άνθρωπος είναι το πιο άπληστο απ’ όλα τα

ζώα στον πλανήτη μας, δεν χορταίνει με τίποτα, με αποτέλεσμα «η ανθρώπινη φύση

να απειλεί τη Γη», όπως έλεγε την Τρίτη στα «ΝΕΑ» ο – στοχαστής πάνω απ’ όλα –

Διονύσης Ραζής;

Μια πεινασμένη οικογένεια – η μάνα-γη και τα πέντε βλαστάρια της – έρχονται τα

μεταπολεμικά χρόνια από τον μίζερο ιταλικό Νότο στον βιομηχανικό Βορρά, το

Μιλάνο. Ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο, παραμένοντας ενωμένοι μεταξύ τους σαν

τα πέντε δάκτυλα του ενός χεριού που τα δένει η ίδια παλάμη, ο ίδιος καρπός, η

μάνα τους! Μα η αστική ζούγκλα της μεγαλούπολης σε θέλει θηρίο για να

κερδίσεις ή να επιβιώσεις. Έτσι η οικογένεια θα διαλυθεί, τα πέντε βλαστάρια

θα κοπούν από τη ρίζα τους. Και ο πόνος του ανθρώπου θα γίνει τραγικός,

πληρώνοντας το αντίτιμο για να ζήσει σε μία κοινωνία υλικής ευημερίας… Με

μοναδικές ερμηνείες από τους: Κατίνα Παξινού, Αλέν Ντελόν, Ρενάτο Σαλβατόρι,

Ανί Ζιραρντό, Σπύρο Φωκά, Κλαούντια Καρντινάλε και τη μουσική σφραγίδα του

Νίνο Ρότα.

Η Κατίνα Παξινού, η μάνα-γη, δεν καταφέρνει να κρατήσει στην παλάμη της τον

«Ρόκο και τα αδέλφια του» στο νεορρεαλιστικό ορόσημο του Λουκίνο Βισκόντι

«Αξίζει να δούμε την ταινία – είναι η συνέχεια του φιλμ “Η γη τρέμει” και με

αυτήν κλείνει η πρώτη εποχή του Βισκόντι – πέρα από το «νεορρεαλιστικό» προφίλ

της. Ένα ερώτημα που μπορεί να θέτει στις ημέρες μας είναι έως πού φθάνει κι

αν έχει όρια το «αναγκαίο κακό».

Κατά πόσον, δηλαδή, η υλική εξέλιξη των κοινωνιών – χθες εμείς, σήμερα οι λαοί

του Τρίτου Κόσμου θέλουν να γίνουν σαν τη Δύση – οδηγεί, αναγκαστικά, στην

απώλεια της συνείδησης, της ανθρωπιάς και στην καταστροφή του περιβάλλοντος…

Αν κι αυτό μοιάζει με ψευτο-δίλημμα και εκ του πονηρού, αφού τα μονοπώλια που

οδηγούν την “κούρσα” δεν είναι… θεόσταλτα, αλλά ανθρώπινο δημιούργημα…

Επομένως, τι κουβεντιάζουμε; Το χρήμα είναι αυτό που κυβερνούσε και κυβερνά.

Όπως και η ιστορία της ανθρωπότητας που πάντα γραφόταν – και γράφεται – από

τους ισχυρούς», λέει ο Δημήτρης που μόλις γύρισε από το Άγιον Όρος και

αναρωτιέται μήπως υπερβάλλει…

Και με την Αντιγόνη που είδαμε την ταινία στη δημοσιογραφική προβολή περπατάμε

στους δρόμους της φθινοπωρινής Αθήνας με τον «Ρόκο» να μας θυμίζει τον Μίνσκι

στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι… Και να ανασύρει μνήμες από το παρελθόν

μας… Η μνήμη. Ένα «όπλο» κι ένα «μέτρο» για να συγκρατήσεις την απληστία –

και πολλές άλλες βαρβαρότητες… – μέσα σου…


Η απληστία δεν έχει πάτο

Κάθε άλλο παρά τυχαία περίπτωση είναι ο 41χρονος Άγγλος Μάικλ Γουίντερμποτομ

με τις τέσσερις – ήδη! – ταινίες στο ενεργητικό του: «Καλώς ήρθατε στο

Σαράγεβο», «Τζουντ», «Το φιλί της πεταλούδας», «Η χώρα των θαυμάτων». Ακόμα

και με τη νέα του ταινία, «Στα χρόνια της απληστίας» (The claim), που είναι

«εικονογραφική» και η λιγότερο εκ βαθέων, δεν μας αλλάζει άποψη. Ας μη ξεχνάμε

ότι είναι η πρώτη αμερικανική ταινία του, στην οποία μπορεί να μην είναι απλώς

σύμπτωση τα παραπάνω «ξαφρίσματα» συναισθημάτων…

Μας γυρίζει στα μέσα του 19ου αιώνα, στα χρόνια του «πυρετού του χρυσού», που

οδήγησε στη μετανάστευση, για την ανακάλυψή του στην Καλιφόρνια, πάνω από μισό

εκατομμύριο ανθρώπους από όλο τον κόσμο… Ήρωες του «δράματος εποχής» που

στήνει ο Γουίντερμποτομ – από τη νουβέλα «The mayor of casterbridge» του Τόμας

Χάρντι – ένας χρυσοθήρας που έχει γίνει πάμπλουτος και «βασιλιάς» ελέγχοντας

τις τύχες των ανθρώπων μιας πολιτείας, η ωραία πόρνη και δύο ξένες γυναίκες

που φθάνουν στην πόλη του και γνωρίζουν μυστικά από τον πρότερο και καθόλου

έντιμο βίο του, που θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή…


Η Ναστάζια Κίνσκι «Στα χρόνια της απληστίας» του Μάικλ Γουίντερμποτομ

«Να η γέννηση του «αμερικάνικου ονείρου»! Πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις –

“επιδερμική” αφήγηση, γρήγορο πέρασμα από τη μία δραματική κορύφωση στην άλλη,

έτσι που να μη “βαραίνει” ο θεατής και τον… χάσουμε -, βλέπουμε ένα φιλμ με

ερμηνείες που μπορεί να μην είναι συγκλονιστικές, αλλά σε συγκινούν, κάτι που

πλέον το βρίσκεις όλο και πιο σπάνια στο αμερικανικό σινεμά… Ακόμα και στη

Μίλα Γιόβοβιτς έχει καταφέρει να δώσει παλμό και εσωτερικότητα ο σκηνοθέτης,

σε σημείο που να σου θυμίζει Γκλέντα Τζάκσον στα νιάτα της!», αναφέρει ο

Δημήτρης και συμφωνούμε μαζί του…



Το βίτσιο απωθεί και έλκει!

Συμφωνείς δεν συμφωνείς με τον αλλόκοτο κόσμο του Ντέιβιντ Λιντς, δεν μπορείς

να αρνηθείς ότι τον χειρίζεται διεισδυτικά και δεξιοτεχνικά! Και το «Μπλε

βελούδο» (Blue velvet), δεκαέξι χρόνια από την εποχή που γυρίστηκε, μοιάζει να

είναι σήμερα… κατάσταση πραγμάτων σε ό,τι αφορά τα σεξουαλικά γούστα, τις

ορέξεις και τις φαντασιώσεις της χορτάτης Δύσης… Κι αυτό, πιθανόν, να εξηγεί

τον λόγο που μαζί με τον «Άνθρωπο ελέφαντα» στάθηκαν οι εμπορικότερες

επιτυχίες του σκηνοθέτη!

Ήρωας της ταινίας είναι ένας νεαρός που επιστρέφει στην πόλη των παιδικών του

χρόνων, ύστερα από πολύ καιρό… Κι αντί να τον πάρουν τα… ζουμιά και οι

συγκινήσεις, ανακαλύπτει σ’ ένα χωράφι πεταμένο ένα ανθρώπινο αυτί! Και μέσα

από αυτό το κομμένο αυτί – υπέροχος, σουρεαλιστικός συμβολισμός – θα ακούσει

όλα τα επτασφράγιστα μυστικά των κατοίκων της γενέθλιας πόλης του. Ανακάλυψη

που θα τον οδηγήσει ως άξιο τέκνο της (!) σε μία αρρωστημένη περιέργεια για να

ερευνήσει την υπόθεση και να «ακούσει» τους ήχους της νοσηρής αμερικανικής

επαρχίας, της «αγίας οικογένειας». Και όχι μόνο αυτό, καθώς ο ίδιος θα νιώσει

διέγερση από αυτό το ταξίδι στο δαιδαλώδες ονειρικό τοπίο του μυαλού και θα

μεταδώσει τη γοητεία του στον θεατή, ενώ το χιούμορ και η ειρωνεία του

σκηνοθέτη σπάνε κόκαλα! Ένα καλτ μπι μούβι «διαστροφής» – α λα Ρότζερ Κόρμαν –

με βίτσια απλωμένα σαν μπουγάδα σε όλους τους κήπους των «καθώς πρέπει»

σπιτιών! Και με ανάλογες ερμηνείες. Από την ερεθιστική – απίστευτο ε; –

Ισαμπέλα Ροσελίνι, τον… μασκοφόρο και γκροτέσκο Ντένις Χόπερ, τον επιρρεπή

στην αμαρτία Κάιλ ΜακΛάχλαν, την ανέραστη Λόρα Ντερν με το φρικαλέο στόμα, τη

μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι με το ομότιτλο τραδούδι-σουξέ και τον…

κοκκινολαίμη του φινάλε!

Το «Μπλε βελούδο» διεγείρει τη διαστροφή και ο Ντέιβιντ Λιντς την κάνει γοητευτική…

«Κοίτα να δεις που λίγο θέλει, σήμερα, να δεις αυτή την ταινία ως ρεαλιστική

και με καθημερινή υπόθεση! Πόσο έχουμε… εξελιχθεί και ειδικευτεί στην

εγκεφαλική διαστροφή τού «φάτε μάτια ψάρια» χωρίς να ακουμπάμε τίποτα, ενώ από

την άλλη οι αντιλήψεις μας γίνονται όλο και πιο συντηρητικές! Ίσως να μην

είναι τυχαίο το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας κριτικής είχε

αντιδράσει στην πρώτη προβολή της ταινίας, χαρακτηρίζοντάς την “αρρωστημένη”

και έξω από τη φύση της ελληνικής κοινωνίας… Ενώ τώρα…», θυμάται η

Αντιγόνη. Και πώς να μη συμφωνήσεις μαζί της, αφού θέλουν – και θέλουμε; – την

πορνολαγνεία σημαία της εποχής μας…


Απόλυτη προπαγάνδα

Περιπετειώδες θρίλερ ανατριχιαστικού… ξεπεσμού του κινηματογράφου θα

μπορούσε να χαρακτηριστεί ο «Απόλυτος κίνδυνος» (The sum of all fears), αλλά

αυτό δεν έχει καμία σημασία. Γιατί; Μα απευθύνεται σε θεατές που δεν έχουν

πάει ακόμα ούτε στην… Πρώτη Δημοτικού. Αξίζει, όμως, να δούμε τα κίνητρα των

παραγωγών που δεν είναι απλώς και μόνο το χρήμα. Δεν είναι απίθανο αυτός ο

«Απόλυτος κίνδυνος» να έχει βγει από τα εργαστήρια της CIA και του Πενταγώνου,

με αποτέλεσμα ο τίτλος του να γίνεται κυριολεκτικά… επικίνδυνος για την

υγεία των σινεφίλ όλου του κόσμου.


Τον «Απόλυτο κίνδυνο» ζει ο Μπεν Άφλεκ με τις… ευλογίες της CIA

Σύμφωνα με το στόρι της ταινίας – το έχει γράψει ο Τομ Κλάνσι των

μυθιστορημάτων-ταινιών «Το κυνήγι του κόκκινου Οκτώβρη», «Παιχνίδια

ολέθρου»… -, τρομοκράτης νεοναζί κλέβει μία πυρηνική κεφαλή, την εξαπολύει

στις ΗΠΑ που ρίχνουν τις ευθύνες στη Ρωσία και να το μπαμ… Ό,τι πρέπει

αφορμή για να αποθεωθεί από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο της ταινίας η

CIA, το Πεντάγωνο και τα γεράκια του, οι πράκτορες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, οι

υπηρεσίες κατασκοπείας, ο στρατός, τα αεροπλάνα και όλα τα όπλα – που είναι

αμυντικά, φυσικά! – με το άκρον άωτον της προπαγάνδας: το… μπουρέκι, ο

μπεμπέ λουκουμάς πρωταγωνιστής, ο Μπεν Άφλεκ, να κάνει στο φινάλε της ταινίας

πικ-νικ με την καλή του μπροστά στον Λευκό Οίκο, ενώ τους δίνει τις ευχές του

ως φύλακας άγγελός τους ένας κατάσκοπος εξ… ουρανών – όχι, δεν πρόκειται για

παρωδία, αλλά για κοροϊδία!!!


Ποντικο… μικρότητες

Για να σκηνοθετήσεις μία εύστοχη σάτιρα θέλει περισσότερη «χημεία» από μερικές

πετυχημένες ατάκες του στυλ «ακόμα κι ένα καλαμαράκι αν… εξασκηθεί μπορεί να

αποκτήσει περισσότερη ηθική από έναν δημοσιογράφο» (!) που ακούγονται στη

κωμωδία «Ο άνθρωπος που μήνυσε τον Θεό» (The man who seud God)… Ακόμα και

«σωστοί» να είναι οι ηθοποιοί σου – όπως εδώ ο Μπίλι Κόνελι που χτύπημα

κεραυνού καταστρέφει το καΐκι του, αλλά η ασφαλιστική του εταιρεία ποντάρει

στη «Θεομηνία», καλύπτεται από τον νόμο και δεν τον αποζημιώνει κι αυτός μαζί

με την Τζούντι Ντέιβις αρχίζουν έναν δικαστικό αγώνα – μπορεί να αποδειχθεί

άνθρακες ο θησαυρός.


Ζωντανή δράση με αληθινούς ηθοποιούς και ψηφιακά καρτούν, με τέλειο μιξάζ

και τεχνική απόδοση στο σίκουελ «Ο ποντικο-Μικρούλης 2», αλλά… Η απλοϊκότητά

του το χαντακώνει και το μόνο που σκέφτεσαι είναι πότε θα περάσει η ώρα… Όλο

το τιμ της πρώτης ταινίας είναι εδώ: σκηνοθέτης ο Ρομπ Μίνκοφ, Τζίνα Ντέιβις,

Χιου Λόρι. Στη μεταγλωττισμένη στα ελληνικά βερσιόν ακούγονται οι φωνές των

Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, Παύλου Κοντογιαννίδη, Μαρίνας Καλογήρου, Δημήτρη Κοντογιάννη.



Άδειες καρδιές

Ουκ εν τω πολλώ… σταρ, η καλή κομεντί και ιδού η απόδειξη: «Οι

καρδιοκατακτητές» (Heartbreakers) του Ντέιβιντ Μίρκιν με τους Σιγκούρνι

Γουίβερ, Τζιν Χάκμαν, Ρέι Λιότα, Αν Μπάγκροφτ, Τζένιφερ Λαβ Χιούιτ, Τζέισον

Λι. Μάνα και κόρη – Σιγκούρνι Γουίβερ, Τζένιφερ Λαβ Χιούιτ – έχουν στήσει μια

επιχείρηση… θυμάτων, στην οποία η πρώτη γοητεύει πλούσιους, τους

παντρεύεται, ρίχνει στο κρεβάτι τους την κόρη της, τους πιάνει στα πράσα, τους

εκβιάζει και πάνε στον… επόμενο.


Η Σιγκούρνι Γουίβερ και οι «Καρδιοκατακτητές» μένουν… στον αέρα

Έλα, όμως, που η κόρη κάνει νερά και πάει να… ξεστρατίσει από τις μητρικές

συμβουλές, ερωτευόμενη αληθινά! Και η Σιγκούρνι κάνει ό,τι μπορεί για να την

επαναφέρει στον… ίσιο δρόμο. Κρίμα, γιατί το γλύκισμα δεν φουσκώνει παρά τα

πρώτης διαλογής υλικά του…



Τα Oscar της εβδομάδας

Ταπεινών και καταφρονεμένων: «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του»

Μάνας κουράγιο: Στην Κατίνα Παξινού του «Ρόκο»

Παραστρατημένου γιου: Στον Ρενάτο Σαλβατόρι για τον καλύτερο ρόλο του,

στον «Ρόκο», φυσικά

Αθωότητας ώρα μηδέν: Στους πεινασμένους του Βισκόντι

Μεγαλοφυούς σύνθεσης: Στον «κόκκινο κόμη», τον Λουκίνο Βισκόντι, για

τον «Ρόκο» του

Διαστροφής: «Μπλε βελούδο»

Γοητείας: Στη… διαστροφή του «Μπλε βελούδου»

Απληστίας: Στην ανθρώπινη… φύση («Στα χρόνια της απληστίας»)

Πλύσης εγκεφάλων: Στον «Απόλυτο κίνδυνο» της… CIA και του Πενταγώνου

Μικρού… αποτελέσματος: Στους «Καρδιοκατακτητές»

Εξυπνάδας: Στον «Άνθρωπο που μήνυσε τον Θεό»

Απλοϊκότητας: Στον «Ποντικο-Μικρούλη 2».