Όλα ήταν θολά για τις αστυνομικές αρχές. Επί δύο χρόνια οι «νονοί» της

νύχτας βρίσκονταν στο στόχαστρο των ερευνών, αλλά το βασικό υλικό στηριζόταν

σε ανώνυμες καταγγελίες και σε καταθέσεις που λίγο μετά οι μάρτυρες

αναιρούσαν. Ώσπου, το πρωινό της 26ης Μαΐου 2002, η 30χρονη Κατερίνα Ν. άρχισε

να καταθέτει στην Ασφάλεια Αττικής…

Μέσα σε δεκαπέντε ημέρες η 30χρονη έδωσε άλλες έξι συμπληρωματικές καταθέσεις,

ενώ οι μαρτυρίες της «έδεσαν» και με καταθέσεις άλλων μαρτύρων που

ακολούθησαν, καθώς και με στοιχεία που είχαν ήδη συλλέξει κατά τις πολύμηνες

έρευνές τους οι αστυνομικές αρχές. Η γυναίκα είχε «σταυρώσει» τον «αρχινονό»

των δυτικών προαστίων Βασίλη Στεφανάκο και την ομάδα του… Κι ακόμη με τις

καταθέσεις της «καίει» τον διοικητή των Ο.Υ.Κ. του Λιμενικού Σώματος,

αρχιπλοίαρχο Γ. Κολιτσόπουλο, υπαξιωματικούς του Λιμενικού και αστυνομικούς

που «άνοιγαν δρόμο» στη συμμορία.

Όπως παραδέχεται και η ίδια στις καταθέσεις της, σε αρκετά επεισόδια ήταν

αυτόπτης μάρτυρας, ενώ άλλα τα γνώριζε από «πρώτο χέρι»: Έως τον Αύγουστο του

2000 είχε ερωτική σχέση με τον Στεφανάκο. Μετά άρχισε και το δικό της

μαρτύριο, μέσα από απειλές, ξυλοδαρμούς και πυροβολισμούς…

Τελευταία επίθεση

Η τελευταία επίθεση, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, έγινε τον περασμένο

Μάιο, λίγες ώρες πριν η γυναίκα αρχίσει να καταθέτει στην Ασφάλεια. Έξι μέλη

της ομάδας Στεφανάκου τη χτύπησαν έξω από το νυχτερινό κέντρο «Πανόραμα», στη

Μάνδρα, ενώ πυροβόλησαν στο δεξί πόδι τον αρραβωνιαστικό της Κυριάκο Π. Ήταν

«η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».

Στις καταθέσεις της η 30χρονη αναφέρει ότι ο Στεφανάκος ανέλαβε την αρχηγία

της ομάδας των «νονών» στη Δυτική Αττική μετά τη δολοφονία του «αρχινονού» Θ.

Παπαμάλη, τον Φεβρουάριο του 2000, στην Πετρούπολη. Και παραθέτει συνομιλίες,

στις οποίες ήταν παρούσα, μέσα από τις οποίες προκύπτει ότι ο Στεφανάκος έδωσε

εντολή για την εκτέλεση του επίσης «αρχινονού» Θ. Καλαποθαράκου, ως «εκδίκηση»

για τη δολοφονία του Παπαμάλη. Ο Καλαποθαράκος εκτελέστηκε τον Αύγουστο του

2000 στον Μαραθώνα.

Ακόμη αναφέρεται στο λαθρεμπόριο τσιγάρων που έκανε η ομάδα Στεφανάκου και την

κάλυψη που είχε στην παράνομη δραστηριότητα από τους βατραχανθρώπους του

Λιμενικού, με επικεφαλής τον διοικητή τους, αρχιπλοίαρχο Κολιτσόπουλο.

Μάλιστα, καταθέτει ότι αρκετές συναντήσεις του Στεφανάκου με τον αρχιπλοίαρχο

είχαν γίνει στα κεντρικά γραφεία της μονάδας των Ο.Υ.Κ. του Λιμενικού, στον

Άγιο Κοσμά. Το απόσπασμα από την κατάθεσή της είναι χαρακτηριστικό:

«Όσο ήμουν με τον Στεφανάκο είχαμε επισκεφθεί μαζί το γραφείο του

Κολιτσόπουλου, στις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στον Άγιο Κοσμά… Η

εξωτερική πύλη άνοιγε αυτόματα από μέσα και όταν κάναμε σινιάλο με τα φώτα,

αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο του Στεφανάκου άνοιγαν αμέσως. Η πύλη τής

υπηρεσίας από πάνω έχει ένα έμβλημα με καρχαρία… Ο Στεφανάκος τον

Κολιτσόπουλο τον αποκαλούσε «αφεντικό» ή «παππού»… Στις συζητήσεις που ήμουν

παρούσα, έλεγαν για το πώς και πού θα έβγαζαν τα λαθραία τσιγάρα… Ο

Στεφανάκος είχε πει στον Κολιτσόπουλο ότι το Α.Τ. Ασπροπύργου και το

Λιμεναρχείο Ελευσίνας “είναι δικά του” και να μην ανησυχεί…».

Ο επικελευστής

Με την κατάθεσή της «καίει» και τον επικελευστή του Λιμενικού Σώματος, Γιώργο

Μπαστάλη, ο οποίος εμφανίζεται να «συντονίζει» τους λιμενικούς για να γίνεται

«απρόσκοπτα» η μεταφορά των λαθραίων τσιγάρων από την ομάδα Στεφανάκου.

Όπως αναφέρει μάλιστα, ο Στεφανάκος είχε κάνει «δώρο» μια κάμπριο Μερτσέντες

στον Μπαστάλη, αλλά εκείνος λίγες εβδομάδες αργότερα ζήτησε ένα τζιπ

Μερτσέντες. Τα περισσότερα αυτοκίνητα ο Στεφανάκος τα «δώριζε» από τις

εκθέσεις αυτοκινήτων που διατηρούσε, αλλά «τέτοιο τζιπ δεν είχε στη μάντρα γι’

αυτό πήγανε αμέσως σε αντιπροσωπία στην Κηφισιά και κανόνισαν την αγορά του

πράσινου τζιπ που κυκλοφορεί μέχρι και σήμερα ο Μπαστάλης…». Ο επικελευστής,

μάλιστα, όπως αναφέρεται στην κατάθεση, έλεγε κατά καιρούς στην ομάδα

Στεφανάκου και «ιστορίες» από τις διακοπές του Πρωθυπουργού Κων. Σημίτη και

της συζύγου του στη Σίφνο και τους Αγίους Θεοδώρους, τις οποίες γνώριζε «γιατί

η υπηρεσία του είχε αναλάβει τη συνοδεία και φύλαξη» του πρωθυπουργικού

ζεύγους.

«Ρίξτε στο ψαχνό, εμείς φυλακή δεν μπαίνουμε…»

Τα τελευταία δύο χρόνια, μετά τον χωρισμό της με τον Στεφανάκο, η 30χρονη

γυναίκα είχε δεχθεί πολλές απειλές για τη ζωή της από τον «αρχηγό» και τα

«πρωτοπαλίκαρά» του Αρ. Λακιώτη και Ι. Σκαφτούρο, ενώ για την επικινδυνότητα

της ομάδας καταθέτει ότι ο Στεφανάκος είχε δώσει εντολή «να πυροβολούν σε κάθε

περίπτωση που γίνουν αντιληπτοί από κάποια υπηρεσία στις ενέργειές τους».

«Ρίξτε στο ψαχνό, εμείς φυλακή δεν μπαίνουμε…», ήταν η διαταγή του. Κι

αισθάνονταν όλοι πανίσχυροι, καθώς – όπως έλεγε και ο «υπαρχηγός» Αρ. Λακιώτης

– «όλη η Αθήνα στέκεται προσοχή»!..

Για την… επετηρίδα στην ομάδα, η γυναίκα είναι κατηγορηματική στην κατάθεσή

της: «Ο Στεφανάκος είναι ο αρχηγός, ο Λακιώτης και ο Σκαφτούρος αρχηγοί

υποομάδων που δραστηριοποιούνται στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα, αντίστοιχα. Οι

Παπαδημητρίου (Σταύρος και Ανδρέας), ο Αντριάνο Κόλλα μαζί με άλλον ένα

Αλβανό, ονόματι Ηλία, και ο Αργύρης (Δενζιρτζόγλου), αυτοί αναλάμβαναν τους

ξυλοδαρμούς και τις εισπράξεις από τα καταστήματα, καθώς και άλλες βαριές

δουλειές… Από όλα σχεδόν τα καταστήματα της περιοχής Ελευσίνας, Χαϊδαρίου

και των γύρω περιοχών, έπαιρναν χρήματα για προστασία. Είναι ανώφελο να σας

απαριθμήσω τόσα καταστήματα…».

Καταθέσεις στις διωκτικές αρχές έχει δώσει και ο αρραβωνιαστικός τής 30χρονης,

Κυριάκος Π., ο οποίος αναφέρεται στους εκβιασμούς της ομάδας Στεφανάκου και

στη συνεργασία που υπήρχε με τον «αρχινονό» των νοτίων προαστίων Γιώργο

Τσακογιάννη. Ο ίδιος παραδέχεται ότι, για μικρό χρονικό διάστημα, υπήρξε μέλος

της ομάδας Στεφανάκου και ήταν ο διακινητής ενός Καλάσνικοφ και άλλου

οπλισμού, που είχε δώσει ο Τσακογιάννης στην «μαφία» των δυτικών συνοικιών.

Τα στόματα όσων γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα για την αθηναϊκή μαφία δεν

είναι πλέον ερμητικά κλειστά. Και μια εξήγηση γι’ αυτό ίσως δίνει και το

γεγονός ότι οι διώξεις και η ανακριτική έρευνα για την μεγάλη δικογραφία με

τους 44 «νονούς», στηρίζονται στο νόμο 2928/2001 για την καταπολέμηση του

οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Ένας νόμος που θέτει σε νέα βάση

την προστασία μαρτύρων και που οδηγεί, υπό συνθήκες, ακόμη και στο ακαταδίωκτο

προσώπων που είχαν συμμετοχή σε εγκληματικές ομάδες, αλλά που συνέδραμαν

αποφασιστικά στην εξάρθρωσή τους από τις διωκτικές αρχές.