Χρειάστηκαν εννέα χρόνια εντατικής δουλειάς, περισσότεροι από εβδομήντα νεαροί
κυρίως εθελοντές, υπομονή, γνώση, σύγχρονη τεχνολογία και αγάπη για την
παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Αποτέλεσμα η πρώτη συστηματική καταγραφή και
αποτύπωση 19 μεσαιωνικών κάστρων – μεταξύ αυτών και τριών αγνώστων μέχρι
σήμερα από τους επιστήμονες – με 900 περίπου εγκαταλειμμένα κτίσματα, καθώς
και 3.282 σπιτιών των δύο τελευταίων αιώνων από 154 χωριά της Βορειοδυτικής
Πελοποννήσου, στην περιοχή που άλλοτε βρισκόταν το φράγκικο πριγκιπάτο της
Αχαΐας, που ονομάστηκε Μορέας. Τα αποτελέσματα της πρωτότυπης τούτης
έρευνας παρουσιάζονται μέσα από 500 και πλέον σχέδια στο δίγλωσσο βιβλίο
(ελληνικά και αγγλικά) «Σπίτια του Μορέα, παραδοσιακή αρχιτεκτονική της
Βορειοδυτικής Πελοποννήσου (1205-1955)», που επιμελήθηκε ο Αμερικανός
καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Μινεσότα των Ηνωμένων Πολιτειών
Φρέντερικ Κούπερ και θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Μέλισσα με χορηγία του
Ιδρύματος Λεβέντη.


Κορίτσια που έχουν στήσει χορό, ανθρώπινες μορφές, γυναικεία στήθη ή
κατά άλλους αυγά, πουλιά, σταυροί και σε διάφορους σχηματισμούς κεραμίδια
κοσμούν τις προσόψεις των κτιρίων, που χτίστηκαν από τα μέσα του 18ου έως τα
μέσα του 20ού αι. ήταν εκείνα που πρώτα κέντρισαν το ενδιαφέρον των ερευνητών.
Τι σημαίνουν; «Για τα περισσότερα κανείς δεν γνωρίζει. Είναι πολύτιμα όμως για
τη χρονολόγηση των σπιτιών, ενώ κάποια δίνουν πληροφορίες για τον ιδιοκτήτη
τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σπίτι ενός μετανάστη από το
Λεόντιο Αχαΐας, που χρονολογείται το 1908, και φέρει την επιγραφή «ΑΜΕΡΚΑ»,
διότι ανήκε σε κάποιον μετανάστη, που δεν ήξερε αγγλικά αλλά έγραψε την λέξη
Αμερική όπως την άκουγε», εξηγεί ο κ. Κούπερ.


Τα μονοπάτια όμως της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου δεν τους αποκάλυψαν μόνον
παραδοσιακά καμωμένα σπίτια, αλλά και μεσαιωνικά κάστρα. Ανάμεσά τους τα
κάστρα του Μισοβουνίου, του Σταυρακίου και της Οχιάς/Ωριάς Ηλείας άγνωστα
μέχρι σήμερα στους ερευνητές. «Πρόκειται για κάστρα χτισμένα κοντά στις όχθες
του Πηνειού, που ήταν γνωστά μόνον σαν τοποθεσίες, ενώ δεν είχαν εντοπιστεί
ποτέ μέχρι σήμερα», εξηγεί ο αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Κώστας Κουρέλης, που
συμμετείχε στο πρόγραμμα. «Το στίγμα τους το εντοπίσαμε με τη βοήθεια της
δορυφορικής τεχνολογίας, ενώ στον χώρο ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψουμε
τα ίχνη τους, καθώς σώζονται ελάχιστα κατάλοιπά τους».


Η καρδιά του φραγκικού πριγκιπάτου, δηλαδή η Αχαΐα και η Ηλεία, έγινε
και το επίκεντρο της έρευνας του Προγράμματος Μορέας, ενώ στην έρευνα
συμπεριλήφθηκαν και λίγα χωριά της ορεινής Μεσσηνίας και της Αρκαδίας. Πώς
συνδέονται όμως τα μεσαιωνικά κάστρα που καταλαμβάνουν το πρώτο μέρος της
μελέτης και η καταγραφή σπιτιών του 18ου αι. έως τα μέσα του 20ού, που
παρουσιάζονται στο δεύτερο; «Θεωρείται πως η παραδοσιακή αρχιτεκτονική έχει
τις ρίζες της στον ύστερο Μεσαίωνα», απαντά ο συγγραφέας.


Και αν η περιπέτεια για τους συμμετέχοντες στο Πρόγραμμα Μορέας τελείωσε με
την έκδοση της μελέτης, για τους αναγνώστες της μόλις ξεκινά. Οι γραφικές
διαδρομές και οι χάρτες που τις συνοδεύουν δίνουν την αφορμή για μικρές
εξορμήσεις γνωριμίας με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ενώ το χρονολόγιο, το
γλωσσάρι και η πλούσια βιβλιογραφία ανοίγουν την πύλη σε όσους θέλουν να
μυηθούν στα μυστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.


Η τσιμεντένια λαίλαπα






Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Φρέντερικ Κούπερ (δεξιά), η σύζυγός του
λαογράφος Έλεν Φόστερ (κέντρο) και ο αρχιτέκτονας-αρχαιολόγος Κώστας Κουρέλης
(αριστερά) δούλεψαν για εννέα χρόνια μέχρι να συγκεντρώσουν και να καταγράψουν
τα 3.282 σπίτια και τα 19 κάστρα, που έχουν ζωή 750 χρόνων, στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο


Η ιδέα για μια «βουτιά» στα μυστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής ξεκίνησε
το 1962 όταν ο Φρέντερικ Κούπερ αντίκρυσε για πρώτη φορά τα φράγκικα κάστρα
και τα σπίτια της εποχής της Τουρκοκρατίας κατά την πρώτη του επίσκεψη στην
Πελοπόννησο, ως αρχάριος αρχαιολόγος. «Αγάπησα την περιοχή, λάτρεψα τη ζωή στο
χωριό και έχτισα ένα σπίτι στο Νεοχώρι Ηλείας. Διαπίστωνα όμως πως μέρα με τη
μέρα τα σπίτια με την πλούσια αρχιτεκτονική διακόσμηση της εποχής της
Τουρκοκρατίας εξαφανίζονταν μπροστά στη λαίλαπα του τσιμέντου. Σκέφτηκα πως
πρέπει με κάποιο τρόπο να σωθούν. Έστω και μέσω της καταγραφής τους», εξηγεί ο
καθηγητής που από το 1991 έως το 2000 άφηνε τα καλοκαίρια πίσω του τις
Ηνωμένες Πολιτείες και την κλασική αρχαιολογία στην οποία έχει ειδικευτεί για
να έρθει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί με τον πολιτισμό του Μεσαίωνα.





Φοιτητές μπροστά στα ερείπια του Κάστρου της Οχιάς/Ωριάς κοντά στις όχθες του
Πηνειού, στην Ηλεία, ενός από τα τρία κάστρα, που αποκάλυψαν οι ερευνητές του
Προγράμματος Μορέας με τη βοήθεια δορυφόρου και τις διηγήσεις ενός ντόπιου βοσκού


Οι ομάδες του κάθε καλοκαίρι γυρνούσαν από χωριό σε χωριό, ζητούσαν
πληροφορίες από τους κατοίκους, σχεδίαζαν τις προσόψεις των κτιρίων και τελικά
δημιούργησαν μία βάση δεδομένων με τέσσερις τύπους χωριών. Τον πρώτο αποτελούν
εκείνα που έμειναν στην αρχική τους θέση και έως σήμερα διατηρούνται τα
μεσαιωνικά τους κατάλοιπα. Στον δεύτερο ανήκουν εκείνα που ιδρύθηκαν στον 18ο
αιώνα, στον τρίτο εκείνα που είναι σχεδόν ξεχασμένα και με άγνωστα ονόματα,
ενώ στον τελευταίο όσα έχουν εγκαταλειφθεί λόγω πρόσφατης μετοίκησης. «Υπήρχαν
και χωριά στα οποία είχαν σωθεί λίγα μόνον σπίτια ή ακόμη και μία μόνον
παραδοσιακή όψη τους, αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο. Έχουν καταγραφεί
και θα χρησιμοποιηθούν για τα τελικά συμπεράσματα».


Πολύτιμοι βοηθοί του σε τούτο το μεγάλο ταξίδι στον χρόνο και τη βορειοδυτική
γωνιά της Πελοποννήσου η σύζυγός του, λαογράφος Έλεν Φόστερ, η επίσης
λαογράφος Μαίρη Κούλτον, ο αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Κωστής Κουρέλης και ο
ιστορικός τέχνης Τζόσεφ Αλχέρμες, με τους οποίους συνυπογράφει την έκδοση,
φοιτητές από Πανεπιστήμια της Αμερικής, της Ελλάδας, του Βελγίου, της
Ολλανδίας και της Γερμανίας, που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα Μορέας.


Εννέα χρόνια έρευνας






Εξωτερική όψη οικίας από τους Κάτω Λουσούς Αχαΐας, που έχει ανακαινιστεί με
προσοχή και διατηρεί πολλά από τα χαρακτηριστικά παραδοσιακά αρχιτεκτονικά της στοιχεία


Τα εννιά χρόνια που κράτησε η έρευνα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν
περιπετειώδη. «Βρεθήκαμε με μια ομάδα εθελοντών σε ένα ορεινό χωριό χωρίς να
έχουμε τίποτα μαζί μας για φαγητό. Δεν υπήρχε όμως ανοικτό ούτε μαγειρείο,
ούτε παντοπωλείο. Αποφασίσαμε να χτυπήσουμε την πόρτα ενός σπιτιού, να
ζητήσουμε φαγητό και να το πληρώσουμε. Τελικά όχι μόνον μας υποδέχτηκαν οι
οικοδεσπότες, αλλά μας άφησαν να μπούμε στην κουζίνα και να μαγειρέψουμε!»,
θυμάται η Έλεν Φόστερ που δεν μπορεί να ξεχάσει την ελληνική φιλοξενία. «Όπου
κι αν πήγαμε, ακόμα και σε μέρη άγονα και φτωχά οι άνθρωποι μας προσέφεραν
δροσερό νερό και ζεστό ψωμί. Έτσι είναι οι Έλληνες. Θέλουν να δίνουν».


«Τη μεγάλη ταλαιπωρία πάντως την υποστήκαμε με το αυτοκίνητο» συμπληρώνει ο
Φρέντερικ Κούπερ. «Είχαμε ένα φορτηγάκι Volkswagen του "68 – συλλεκτικό πλέον
– που μετέφερε κάθε φορά στα πιο απομακρυσμένα μέρη τουλάχιστον 15 άτομα και
τον εξοπλισμό της αποστολής. Δεν άντεχε όμως και κάθε χρόνο έπρεπε να του
αλλάζω είτε τη μηχανή, είτε αρκετά εξαρτήματα. Και βέβαια δεν ήταν λίγες οι
φορές που κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο, ενώ δυο τρεις φορές συλληφθήκαμε, διότι δεν
είχαμε μαζί μας την άδεια του υπουργείου Πολιτισμού και μας θεώρησαν
αρχαιοκάπηλους».


Όσο για την πιο αστεία σκηνή; «Ήταν στην Ηλεία, λίγο μετά τους σεισμούς. Οι
κάτοικοι πληροφορήθηκαν πως ήμασταν Αμερικανοί. Συνδύασαν την παρουσία μας με
την επίσκεψη του Τζορτζ Μπους, του τότε προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών και
πατέρα του σημερινού προέδρου, και πίστευαν πως θα τους μοιράζαμε χρήματα, που
είχε διαθέσει για τους σεισμόπληκτους η αμερικανική κυβέρνηση».


«Να αιχμαλωτίσουμε τον χρόνο»



«Σκοπός μας ήταν να αιχμαλωτίσουμε τον χρόνο. Και με τούτη την έκδοση το
καταφέραμε», εξηγεί ο κ. Κούπερ. Τι θα γίνει στο μέλλον; «Με όλα τα στοιχεία
που έχουμε συγκεντρώσει θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα που έχουν
σχέση με την ταυτότητα των μαστόρων, τις περιοχές που δούλευαν κ.λπ.» Δεν
πρόκειται να συνεχίσει όμως την έρευνα και για την υπόλοιπη Πελοπόννησο.
Γιατί; «Δεν έχω χρόνο. Σε λίγο παίρνω σύνταξη και πρέπει να ασχοληθώ σε βάθος
με τη συγκεκριμένη».


INFO



Το βιβλίο «Σπίτια του Μορέα» (Εκδόσεις Μέλισσα) θα παρουσιαστεί στη Γεννάδειο
Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών (Σουηδίας 61, Κολωνάκι)
στις 21 Μαΐου, στις 7 μ.μ. Σελίδες 430. Τιμή: 45 ευρώ.


Στον ίδιο χώρο φιλοξενείται και έκθεση με 300 και πλέον σχέδια και φωτογραφίες
από την έρευνα που επιμελήθηκε ο Κώστας Κουρέλης και θα διαρκέσει έως και τον Ιούλιο.